ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (18/4)

Σήμερα 18/4 εορτάζουν:

  • Όσιος Ιωάννης ο Ησυχαστής, μαθητής του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου
  • Άγιος Σάββας ο Στρατηλάτης ο Γότθος
  • Οσία Αθανασία εξ Αιγίνης η Θαυματουργός
  • Άγιος Ιωάννης ο Ράπτης ο Νεομάρτυρας εξ Ιωαννίνων
  • Άγιος Κοσμάς ο Ομολογητής Επίσκοπος Χαλκηδόνας
  • Άγιος Τούνομ ο εμίρης, ο Μάρτυς
  • Άγιος Ιωάννης ο Κουλικάς
  • Άγιος Ακάκιος ο Β’ Επίσκοπος Μελιτηνής
  • Όσιος Ευθύμιος ο Θαυματουργός
  • Όσιος Ναυκράτιος ο Στουδίτης
  • Άγιος Κύριλλος ο ΣΤ’ ο Ιερομάρτυρας
  • Όσιος Ευθύμιος ο Φωτιστής της Καρελίας
  • Όσιος Ματθαίος
  • Όσιοι Αντώνιος και Φήλικας
  • Όσιος Βασίλειος ο Θαυματουργός εκ Γεωργίας
  • Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου του Μαξίμου

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης Μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Δεκαπολίτου

Ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀγαπημένους μαθητὲς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Δεκαπολίτου. Ἀπὸ πολὺ μικρὴ ἡλικία, ὁ Ἰωάννης κατάλαβε τὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου καὶ ἀγάπησε τὸ Χριστό. Πῆγε κοντὰ στὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸ Δεκαπολίτη καὶ ἐκεῖνος τὸν ἔκανε μοναχό, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἀγωνίζεται ἀποκλειστικὰ γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του καὶ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Μάλιστα, τόσο πολὺ εἶχε προοδεύσει ὁ Ἰωάννης στὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ὑποταγή, ὥστε ὁ πνευματικός του πατέρας Ἅγιος Γρηγόριος δόξαζε τὸ Θεὸ ποὺ τὸν ἀξίωσε νὰ ἔχει τέτοιο πνευματικοπαίδι. Ὅταν πέθανε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ὁ Ἰωάννης δὲ θέλησε νὰ μείνει μόνιμα στὸ μέρος ὅπου ἄρχισε τὴν πνευματική του ζωή. Ἦταν ἀνήσυχο πνεῦμα καὶ ἀναζητοῦσε περισσότερες καὶ βαθύτερες πνευματικὲς πηγές, γιατί ἔλπιζε στὰ ἴδια τὰ λόγια του Θεοῦ: «Ἐγὼ τῷ διψώντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν». Δηλαδή, λέει ὁ Κύριος, ἐγὼ σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ διψοῦσε στὴν ἐπίγεια ζωή του τὴν δικαιοσύνη καὶ τὴν πνευματικὴ εὐτυχία, θὰ τοῦ δώσω δωρεὰν ἀπὸ τὴν πηγὴ τοῦ νεροῦ τῆς ἁγίας καὶ μακαρίας ζωῆς μου. Ὁ Ἰωάννης περιόδευσε σὲ πολλὲς πόλεις καὶ τόπους, μεταξὺ αὐτῶν στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὴν Λαύρα τοῦ ὁσίου Χαρίτωνα, ὅπου καὶ ἐκοιμήθη.

Ὁ Ἅγιος Σάββας ὁ Στρατηλάτης, ὁ Γότθος

Νέ­ος στήν ἡ­λι­κί­α ὁ ἅ­γιος μάρ­τυρας Σάβ­βας εἶ­ναι γιά μᾶς πρό­τυ­πο Χρι­στια­νοῦ νέ­ου, πι­στοῦ καί ἁ­γνοῦ, στα­θε­ροῦ καί φλο­γε­ροῦ. Ὡς στρα­τη­λά­της εἶ­ναι ὑ­πό­δειγ­μα χρι­στια­νοῦ στρα­τι­ω­τι­κοῦ, γεν­ναί­ου καί ἡ­ρω­ι­κοῦ, πού ξέ­ρει νά εἰ­ναι συ­νε­πής καί στό κα­θῆ­κον του ἀ­πέ­ναν­τι στήν Πα­τρί­δα.

Ἔ­ζη­σε τόν ἔν­δο­ξο γιά τήν Ἐκ­κλη­σί­α 4ο αἰ­ώ­να. Εἶ­χε τήν με­γά­λη εὐ­λο­γί­α ὄ­χι μό­νο νά βα­πτι­σθεῖ στήν παι­δι­κή του ἀ­κό­μη ἡ­λι­κί­α, ἀλ­λά ἀ­πό πο­λύ μι­κρός νά συ­ναι­σθαν­θεῖ καί τή ση­μα­σί­α τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς πί­στε­ως. Ἀ­πορ­ρό­φη­σε τήν ἀ­λή­θεια τοῦ Χρι­στοῦ καί μ’ αὐ­τήν γέ­μι­σε τήν παι­δι­κή του καί ἀρ­γό­τε­ρα τή νε­α­νι­κή του ψυ­χή. Ἔ­γι­νε συ­νει­δη­τός Χρστ­ια­νός. Κι ἔ­χει αὐ­τό με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σί­α, ἐ­άν σκε­φθοῦ­με ὅ­τι ἡ κοι­νω­νί­α, στήν ὁ­ποί­α ζοῦ­σε, δέν ἦ­ταν ἀ­κό­μη χρι­στι­α­νι­κή. Κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε ἡ εἰ­δω­λο­λα­τρί­α, καί μά­λι­στα στή ζω­ή τῶν νέ­ων, ὡς ζω­ή φο­βε­ρῆς ἀ­κο­λα­σί­ας.

Σ’ αὐ­τήν τήν ἔ­κλυ­τη εἰ­δω­λο­λα­τρι­κή ζω­ή ἐ­πι­χεί­ρη­σαν πολ­λές φο­ρές νά τόν πα­ρα­σύ­ρουν οἱ συ­νο­μή­λι­κοί του, ἔ­τσι μά­λι­στα ὅ­πως τόν ἔ­βλε­παν θερ­μό καί ζω­η­ρό. Νά τόν πα­ρα­σύ­ρουν στά θο­ρυ­βώ­δη πα­νη­γύ­ρια τῶν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κῶν θυ­­σι­ῶν, μέ τίς γνω­στές τό­τε χυ­δαι­ό­τη­τες πού γί­νον­ταν σ’ αὐ­­τές. Ἀλ­λά ὁ Σάβ­βας, συ­νε­τός καί στα­θε­ρός μέ τό σύν­θη­μα «Κρά­τει ὅ ἔ­χεις» (Ἀ­ποκ. γ΄ 11), ἀν­τι­τά­χθη­κε μέ ὅ­λες του τίς δυ­νά­μεις καί ἔ­μει­νε ἐ­λεύ­θε­ρος μέ τή χά­ρη τοῦ Θε­οῦ.

Πα­ρά τή νε­ό­τη­τα τῆς ἡ­λι­κί­ας τοῦ ὁ Σάβ­βας εἶ­χε συ­ναί­σθη­ση τῆς ἀ­ξί­ας τοῦ ἱ­ε­ροῦ θη­σαυ­ροῦ, πού εἶ­χε θη­σαυ­ρί­σει στή ζω­ή του, καί, χα­ρού­με­νος καί εὐ­τυ­χι­σμέ­νος, ὅ­πως αἰ­σθα­νό­ταν, πο­θοῦ­σε καί προ­σπα­θοῦ­σε νά πλου­τί­σει καί ἄλ­λους μέ τό θη­σαυ­ρό τῆς ἀ­λη­θεί­ας τοῦ Χρι­στοῦ. Φλο­γε­ρός στό ζῆ­λο, χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε κά­θε εὐ­και­ρί­α νά μι­λᾶ γιά τόν Χρι­στό ὡς τόν ἀ­λη­θι­νό Θε­ό καί σω­τή­ρα κά­θε ἀν­θρώ­που. Με­τέ­δι­δε τήν ἀ­λή­θεια, συ­ζη­τοῦ­σε, ἔ­πει­θε καί ὁ­δη­γοῦ­σε στό ἅ­γιο Βά­πτι­σμα. Καί εἶ­χε τή χα­ρά νά πα­ρίσταται στό βά­πτι­σμα πολ­λῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι καί τόν εὐ­γνω­μο­νοῦ­σαν, δι­ό­τι ἔ­γι­νε γι’ αὐ­τούς τό ὄρ­γα­νο τοῦ Θε­οῦ γιά τή σω­τη­ρί­α τους. Δέν εἶ­ναι δύ­σκο­λο νά φαν­τα­σθεῖ κα­θένας τήν εὐ­φρο­σύ­νη τοῦ χρι­στια­νοῦ νέ­ου καί τή βα­θειά του ἱ­κα­νο­ποί­η­ση, ἔ­πει­τα ἀ­πό κά­θε εὐ­λο­γη­μέ­νη ἐ­πι­τυ­χί­α του.

Ἀρ­γό­τε­ρα ὁ Σάβ­βας κα­τα­τά­χθη­κε στό στρα­τό. Ὡς Χρι­στια­νός ἐ­πι­τε­λοῦ­σε τό στρα­τι­ω­τι­κό του κα­θῆ­κον μέ ἀ­πό­λυ­τη εὐ­συ­νει­δη­σί­α, ἀλ­λά καί μέ πολ­λή χα­ρά. Χα­ρα­κτή­ρας ἐν­θου­σι­ώ­δης καί φλο­γε­ρός, συν­δύ­α­ζε τή στρα­τι­ω­τι­κή ἀ­πα­ραί­τη­τη πει­θαρ­χί­α καί σε­μνό­τη­τα μέ τή γεν­ναι­ό­τη­τα καί τήν τόλ­μη. Καί ἀ­να­δεί­χθη­κε σπου­δαῖ­ος στρα­τι­ω­τι­κός, ἀ­γα­πη­τός καί θαυ­μα­στός στό πε­ρι­βάλ­λον του. Αὐ­τές οἱ ἱ­κα­νό­τη­τες τόν ἀ­νέ­βα­σαν σέ ὑ­ψη­λά στρα­τι­ω­τι­κά ἀ­ξι­ώ­μα­τα, ὥ­στε νά εἶ­ναι γνω­στός ὡς στρα­τη­λά­της. Μέ­σα στό πε­ρι­βάλ­λον του συν­δύ­α­ζε ἄ­ρι­στα τήν ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ στρα­τι­ώ­τη μέ τήν ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ στρα­τι­ώ­τη τοῦ Χρι­στοῦ. Καί γι’ αὐ­τό καμάρωνε ἰ­δι­αι­τέ­ρως. Ὑ­πάρ­χει ἀμ­φι­βο­λί­α, ὅ­τι τό ἄ­ρω­μα καί τό φῶς τῆς ψυ­χῆς, ὅ­πως καί ὁ δι­δα­κτι­κός λό­γος του, λό­γος τοῦ Χρι­στοῦ, θά ὠ­φέ­λη­σε καί στόν στρα­τό πολ­λούς; Γι’ αὐ­τό καί τόν ἀ­γά­πη­σαν πο­λύ καί πολ­λοί!

Ὁ Σάβ­βας ἦ­ταν Γότ­θος στήν κα­τα­γω­γή καί ἦ­ταν ἐγ­κα­τε­στη­μέ­νος στή βό­ρεια ὄ­χθη τοῦ πο­τα­μοῦ Ἴ­στρου (κά­τω Δού­να­βη). Βα­σι­λεύς τό­τε (369 μ.Χ.) τῶν Γότ­θων (Βι­σι­γότ­θων) ἦ­ταν ὁ Ἀ­θα­νά­ρι­χος, φα­να­τι­κός ἐ­χθρός τῶν Χρι­στια­νῶν. Κι ὅ­ταν αὐ­τός πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ὅ­τι ὁ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κός του Σάβ­βας, ὁ σε­μνός καί συμ­πα­θής, ὁ γεν­ναῖ­ος καί ἡ­ρω­ι­κός, εἶ­ναι Χρι­στια­νός, ἔ­μει­νε ἔκ­πλη­κτος. Ἀ­πό­ρη­σε πῶς καί ἀ­πό ποι­όν πα­ρα­σύρ­θη­κε ὁ ἔ­ξυ­πνος αὐ­τός στρα­τη­λά­της νά γί­νει Χρι­στια­νός. Γι’ αὐ­τό καί σέ προ­σω­πι­κή συ­ζή­τη­ση μα­ζί του τόν συμ­βού­λευ­σε καί στή συ­νέ­χεια τόν δι­έ­τα­ξε νά ἀρ­νη­θεῖ τή μια­ρή αἵ­ρε­ση καί θρη­σκεί­α. Κι ὅ­ταν ἄ­κου­σε τίς ἀ­παν­τή­σεις τοῦ χρι­στια­νοῦ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοῦ, ὁ­μο­λο­γί­α θαραλλέα τῆς πί­στε­ως τοῦ Χρι­στοῦ, κι ὅ­ταν εἶ­δε νά ὑ­ψώ­νει τό σε­μνό, ἀλ­λά θαρ­ρα­λέ­ο χρι­στι­α­νι­κό του ἀ­νά­στη­μα, θαύ­μα­σε. Ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι εἶ­χε μπρο­στά του ὄ­χι μό­νο ἕ­να ἡρω­ϊ­κό στρα­τη­λά­τη, ἀλ­λά κι ἕ­ναν γί­γαν­τα τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς πί­στε­ως. Τόν θαύ­μα­σε, ἀλ­λά μέ­χρι ἐ­κεῖ… Ὁ εἰ­δω­λο­λά­τρης βα­σι­λεύς, σκλη­ρός στήν ψυ­χή καί αἱ­μο­βό­ρος, ἔ­δω­σε στή συ­νέ­χεια ὁ­δη­γί­ες γιά τά βασανιστήριά του, πού δέν ἄρ­γη­σαν ν’ ἀρ­χί­σουν.

Τόν γυ­μνώ­νουν λοι­πόν καί τόν κρε­μοῦν ψη­λά ἀ­πό ἕ­να δο­κά­ρι τοῦ σπι­τιοῦ του. Κι ἔ­τσι ὅ­πως τόν ἔ­χουν κρε­μα­σμέ­νο, κτυ­ποῦν ἀ­λύ­πη­τα τό γυ­μνό σῶ­μα του μέ τό φρι­κτό φραγ­γέ­λιο. Τόν κτυ­ποῦν μέχρι νά ἀρ­νη­θεῖ τήν πί­στη του καί νά θυ­σιά­σει στούς θε­ούς, ὁ­πό­τε τοῦ ὑ­πό­σχον­ται ζω­ή τι­μῶν καί δό­ξας. Τό σῶ­μα τοῦ μάρ­τυ­ρα αὐ­λα­κώ­νε­ται ἀ­πό τά φο­βε­ρά κτυ­πή­μα­τα, ἀλ­λά ἡ ψυ­χή δυ­να­τή ὁ­μο­λο­γεῖ τόν Χρι­στό ὡς Θε­ό καί σω­τή­ρα τοῦ κό­σμου.

Ἀ­πέ­τυ­χαν βε­βαί­ως οἱ βα­σα­νι­στές στήν προ­σπά­θειά τους. Θά τόν ἐκ­δι­κη­θοῦν ὅ­μως μέ ἄλ­λο τρό­πο. Μέ δι­α­τα­γή τοῦ Ἀ­θα­να­ρί­χου τόν λύ­νουν ἀ­πό τό δο­κά­ρι, τόν ὁ­δη­γοῦν στό πο­τά­μι, τοῦ δέ­νουν στό λαι­μό ἕ­να βα­ρύ ξύ­λο καί τόν ρί­χνουν στά νε­ρά νά πνι­γεῖ. Καί πράγ­μα­τι ἐ­κεῖ ὁ στρα­τι­ώ­της τοῦ Χρι­στοῦ στρα­τάρ­χης Σάβ­βας βρῆ­κε ὀ­δυ­νη­ρό θά­να­το μέ πνιγ­μό σέ ἡ­λι­κί­α ἀ­κμῆς, μό­λις 38 ἐ­τῶν.

«Στερ­ρῶς ἀ­θλή­σας ἐ­πα­ξί­ως ἔ­λα­βε τόν τῆς νί­κης στέ­φα­νον».

Στρα­τι­ώ­της Χρι­στοῦ καί τῆς Πα­τρί­δας του ὁ Σάβ­βας. Γεν­ναῖ­ος στήν πί­στη, γεν­ναῖ­ος στήν ὁ­μο­λο­γί­α καί ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή. Ἡ­ρω­ϊκός στό στρα­τό, ἡ­ρω­ϊ­κός καί στό μαρ­τύ­ριο. Σπου­δαῖ­ο πράγ­μα­τι πα­ρά­δειγ­μα καί γιά κά­θε σύγ­χρο­νο Ἕλ­λη­να στρα­τι­ω­τι­κό.

«Ὕ­περ­θε Σάβ­βα, φθαρ­τόν ἠ­δέ­ως ὕ­δωρ ὡς ἄν πί­νῃς ἄ­φθαρ­τον ἡ­δο­νῆς ὕ­δωρ».

Ἀπό τό βιβλίο «Φωστῆρες Ὑπέρλαμπροι»

Ἀρχιμ. Θεοδώρου Μπεράτη

Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος ὁ Β´ Ἐπίσκοπος Μελιτηνῆς

Κατὰ τὸν Σ. Εὐστρατιάδη: Οὗτος κατήγετο κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἐκ Μελιτηνῆς, ἀναγνώστης ὧν τῆς ἐκεῖ ἐκκλησίας καὶ χρηματίσας διδάσκαλος τοῦ ἐκ Μελιτηνῆς Εὐθυμίου τοῦ μεγάλου, ὡς ἐν τῷ βίῳ τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου ἀναγινώσκομεν (Migne, Ἑλ. Πατρ. 114, 601 Β): «Προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου καὶ τοῦ παιδὸς ἤδη τῶν νηπίων ἀμείβοντος τὴν ἡλικίαν, γραμμάτων διδασκάλοις αὐτὸν ὁ ἐπίσκοπος ἐγχειρίζει· οἱ δὲ ἦσαν Ἀκάκιος καὶ Συνόδιος, εὐγένειᾲ τε καὶ συνέσει καὶ σωφροσύνῃ τῷ τῶν ἀναγνωστῶν χορῷ διαλάμποντες, καὶ τὰς τε θείας γραφᾶς εὖ ἤσκημενοι καὶ παιδείας ἐρασταὶ τῆς θύραθεν οὐκ ἀμελεῖς ὄντες, οἱ μετὰ πολλοὺς διὰ Χριστὸν ἀγῶνας καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς κατὰ Μελιτηνὴν ἐκκλησίας, ἴδια κατὰ καιρὸν ἑκάτερος αὐτῶν ἐγχειρίζονται· ὧν πολλάκις ἡ Μελιτηνῶν πόλις καὶ εἰσέτι καὶ νῦν ἐντρυφᾷ διηγήμασιν, ἐκκλησιῶν τε ὡς ἀληθῶς προστασία καὶ ψυχῶν κηδεμονία προσήκουσι». Τὰ αὐτὰ λέγει καὶ Κύριλλος ὁ Σκυθοπολίτης ὁ τὸν βίον γράψας Εὐθυμίου τοῦ μεγάλου. Σὺν τῷ χρόνῳ διῆλθεν  Ἀκάκιος τὰς βαθμίδας τῆς Ἱερωσύνης καὶ διὰ τὴν παιδείαν αὐτοῦ καὶ σωφροσύνην ἀνήχθη εἰς τὸν ἐπισκοπικὸν θρόνον τῆς Μελιτηνῆς (Δευτέρας Ἀρμενίας), ἕκτος ἐπίσκοπος κατὰ σειρὰν τῆς Μελιτηνῆς ἀριθμούμενος (Le Quien, Oriens christianus Α., σ. 441-442, ἔκδ. Παρισίων 1740). Ὡς τοιοῦτος ἔλαβε μέρος εἰς τὴν ἐν Ἐφέσῳ τῷ 341 οἰκουμενικὴν σύνοδον καταδικάσας τὸν Νεστόριον, ὑπῆρξεν ἐν τῇ συνόδῳ ὁ σπουδαιότερος κατὰ λόγον καὶ σοφίαν μετὰ τὸν Ἀλεξανδρείας Κύριλλον, μεθ᾿ οὗ συνεδέετο στενώτατα, καὶ πολλάκις ἔλαβε τὸν λόγον, ὡς καταφαίνεται ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς συνόδου· εἶχε δὲ δίκαιον ὁ μέγας Εὐθύμιος νὰ συστήσῃ εἰς τὸν ἐπίσκοπον Πέτρον τῶν Σαρακηνῶν «κατὰ πάντα τρόπον ἀκολουθῆσαι (ἐν τῇ συνάδῳ) Κυρίλλῳ… καὶ Ἀκακιωτῆς Μελιτηνῆς ἐπισκόπῳ, ὀρθοδόξοις οὖσι καὶ κατὰ τῆς ἀσεβείας ἀγωνιζομένοις»· ἀμφότεροι ὡς στῦλοι τῆς συνόδου εἶχον μέγα κῦρος καὶ εἰς τούτους κυρίως ὀφείλεται ἡ καταδίκη τοῦ Νεστορίου. Ὁ Ἀκάκιος ὑπῆρξε καὶ θαυματουργὸς ἐν τῷ βίῳ, πολλὰ δὲ αὐτοῦ θαύματα διηγοῦνται οἱ χριστιανοὶ τῆς Μελιτηνῆς. Οὕτως πολλὰ ὑπὲρ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως μοχθήσας καὶ ἐν πάσῃ ἀρετῇ διαπρέψας, πρὸς Κύριον ἐν εἰρήνῃ ἐξεδήμησεν».

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Ὁμολογητὴς ἐπίσκοπος Χαλκηδόνας

Ἀπὸ παιδὶ ποτίστηκε μὲ τὰ νάματα τῆς εὐσέβειας, καὶ ἀπὸ λαϊκὸς ἀκόμα διακρίθηκε γιὰ τὸ ζῆλο του πρὸς τὶς ἀρχὲς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ μανία τῶν εἰκονομάχων ἦταν τότε στὴν ἀκμή της, καὶ ἡ Ἐκκλησία βρισκόταν σὲ ἀκατάπαυστο σάλο. Ἀκόμα καὶ μεταξὺ αὐτῆς τῆς Ἱεραρχίας βρισκόταν ἐπίσκοποι, ποὺ ἤθελαν νὰ ἀρέσουν στοὺς διῶκτες τῶν εἰκόνων αὐτοκράτορες καὶ συμμετεῖχαν καὶ αὐτοὶ στὸν ἀνόητο καὶ ἀνίερο πόλεμο. Ὁ Κοσμᾶς, ἀπὸ τὸν πόθο νὰ συμμετάσχει ἐπισημότερα καὶ ἀποτελεσματικότερα στοὺς ὀρθοδόξους ἀγῶνες, δέχτηκε νὰ γίνει ἱερέας, καὶ κατόπιν νὰ ἀνεβεῖ στὸ ἀξίωμα τοῦ ἐπισκόπου Χαλκηδόνας. Ἀπὸ τὴν θέση αὐτή, ὕψωσε τὴν φωνή του ὑπὲρ τῶν ἁγίων εἰκόνων καὶ ἔλαμψε μεταξὺ τῶν προμάχων αὐτῶν. Αὐτοκρατορικὲς ἀπειλές, διωγμοί, φυλακίσεις καὶ ἐξορίες δὲν μπόρεσαν νὰ ἐλαττώσουν τὸ θάῤῥος του, καὶ νὰ τὸν ἐμποδίσουν ἀπὸ τὸν ἀθλητικό του δρόμο. Οἱ ἀγῶνες καὶ τὰ παθήματά του, τὸν ἀνέδειξαν μεταξὺ τῶν ὁμολογητῶν τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἡ Ὁσία Ἀθανασία ἡ Θαυματουργός

Γεννήθηκε στὴν Αἴγινα ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ εἶχε μεγάλη κλήση στὰ θεῖα. Παρὰ τὴν θέλησή της παντρεύτηκε καὶ μετὰ λίγες ἡμέρες ἀπὸ τὸν γάμο της ὁ ἄντρας της σκοτώθηκε ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, σὲ κάποια ἐπιδρομὴ τους στὸ νησί. Τότε θεώρησε κατάλληλη τὴν εὐκαιρία, ἀφοῦ ἔμεινε χήρα, νὰ ἐκπληρώσει τὸν ἱερὸ πόθο της, τὸν ὁποῖο εἶχε στὴ μοναχικὴ ζωή. Δυστυχῶς ὅμως, ἔφτασε στὸ νησὶ διάταγμα ποὺ ὑποχρέωνε ὅλες τὶς ἄγαμες καὶ τὶς χῆρες νὰ παντρευτοῦν μὲ εἰδωλολάτρες. Ἔτσι ἔκανε δεύτερο γάμο. Ἀλλὰ εὐτυχῶς ἔπεισε τὸν σύζυγό της νὰ καρεῖ μοναχός με τὸ ὄνομα Ματθαῖος καὶ αὐτὴ ἀφοῦ διαμοίρασε ὅλη τὴν περιουσία της στοὺς φτωχούς, πῆρε μερικὲς ἄλλες γυναῖκες καὶ κατέφυγε σὲ κάποιο ἀσκητήριο, ὅπου ἡ ζωή της ἦταν αὐστηρὰ ἀσκητικὴ μὲ νηστεία καὶ προσευχή. Ἀργότερα ἔγινε ἡγουμένη τῆς ἀδελφότητας αὐτῆς, ἀλλὰ ἀναχώρησε ἀπὸ ἐκεῖ σ᾿ ἄλλο πιὸ ἥσυχο τόπο (ἄγνωστο πού), ὅπου ἀγωνιζόταν μὲ τὶς συνασκήτριές της, τρεφόμενη μὲ τὰ ἐργόχειρά της. Ἀπὸ ἐκεῖ πῆγε στὸ Βυζάντιο, ὅπου ἀσκήθηκε γιὰ ἑπτὰ χρόνια καὶ κατόπιν ἐπέστρεψε στὸν τόπο τῆς ἡσυχίας της, γιὰ νὰ ἀποβιώσει ἐκεῖ εἰρηνικά.

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Θαυματουργὸς καὶ στοὺς ἀσκητὲς φημισμένος

Ἄγνωστος στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου καὶ τὰ Μηναῖα. Συναντᾶται στὸν Συναξαριστὴ Delehaye, ἀλλὰ χωρὶς βιογραφικὰ στοιχεῖα. Στὸ Λαυριωτικὸ Κώδικα 70 φ. 1526, ὑπάρχουν βιογραφικά του στοιχεῖα καὶ τὰ παραθέτουμε ἀκριβῶς. «Οὗτος ὁ Ὅσιος καὶ θεοφόρος πατὴρ ἡμῶν, ἐκ βρέφους ποθήσας τὴν ἀσκητικὴν ἀγωγὴν καὶ πολλὰ βιασθεὶς παρὰ τῶν γονέων αὐτοῦ τοῦ λαβεῖν γυναῖκα, ἀπεσκίρτησε τῇ βουλῇ καὶ θελήσει τῶν αὐτοῦ γεννητόρων καὶ ἀπελθῶν κείρεται ἐν μοναστηρίῳ· καὶ πρῶτον, ἐκπαιδεύεται τὴν μικροτέραν διαγωγὴν ἣν κέκτηνται οἱ κατὰ Θεὸν πολιτευόμενοι· τὴν μαγειρείου, τὴν φύλαξιν τοῦ πυλῶνος, καὶ ἁπλῶς πάσας τὰς διακονίας διῆλθεν ἐκδουλεύων πάντας τοὺς ἀδελφοὺς καὶ θερμοδοτῶν αὐτούς. Ὡς δὲ ἔγνωσαν οἱ τῆς μονῆς τὴν ἀρετὴν αὐτοῦ, μὴ δυνάμενοι ὁμοιάσαι τὴν ἐκείνου ἄκραν πολιτείαν, ἐβουλεύσαντο ποιῆσαι ἡγούμενον καὶ προεστώτα καὶ ἄρχειν πάντας· ὁ δὲ τοῦτο γνοὺς καὶ μὴ θέλων τὴν τῶν ἀνθρώπων πρόσκαιρον δόξαν καὶ ματαιότητα τοῦ βίου λάθρα τῆς μονῆς ἔξεισι καί, ἀπελθῶν ἔν τινι ἡσυχαστικῷ τόπῳ τῆς ἐρήμου, κατώκησεν ἐκεῖσε πᾶσαν ἀρετὴν ἐνδειξάμενος καὶ ἄκρον καταστάσεως, ἐξ οὗ καὶ θαυματουργὸς ὠνομάσθη διὰ τῶν ἀπείρων θαυμάσιων ὢν ἔνεδειξατο· νεκροὺς ἐγεῖραι οὐκ ἔπαυσατο, τυφλοῖς τὸ βλέπειν ἐχαρίσατο, συγκυπτοῦσαις ἀνόρθωσιν, ξηροχείρων ἴασιν καὶ ἁπλῶς πᾶσαν νόσον καὶ μαλακίαν ἰώμενος· καὶ οὕτως ὁσίως καὶ θεαρέστως ἐν πάσῃ σεμνῇ πολιτείᾳ βιώσας καὶ εἰς βαθὺ γῆρας ἐλάσας πρὸς Κύριον ἐξεδήμησεν».

Ὁ Ὅσιος Ναυκράτιος ὁ Στουδίτης

Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Συναξαριστὴ τοῦ Μαυρικίου. Ὁ Νικόδημος καὶ ὁ Delehaye τὸν ἀγνοοῦν. Κατὰ τὴν 8η Ἰουνίου ὁ Νικόδημος ἀναφέρει τὴν μνήμη κάποιου ὁσίου Ναυκρατίου, χωρὶς βιογραφικὸ ὑπόμνημα. Μόνο σὲ ὑποσημείωση, ἐκφράζει τὴν γνώμη ὅτι εἶναι ὁ ἀδελφὸς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ Γρηγορίου Νύσσης. Ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Μαυρίκιο μαθαίνουμε, ὅτι ὁ ἐν λόγῳ Ὅσιος, εἶναι ὁ γνωστὸς περιφανὴς μοναχός, ποὺ ὑπέστη πολλοὺς διωγμοὺς καὶ ἐξορίες γιὰ τὴν προσκύνηση τῶν εἰκόνων στὴν ἐποχὴ τῆς εἰκονομαχίας. Κατὰ τὴν πατριαρχεία τοῦ Ἱεροῦ Ἰγνατίου, ἔκανε ἡγούμενος τῆς Μονῆς Στουδίου (842). Πέθανε καὶ τάφηκε σὰν Ὁμολογητὴς (847) στὴ Μονὴ Στουδίου, ὅπου γινόταν καὶ ἡ Σύναξή του.

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Κύριλλος ὁ ΣΤ´

Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ ἀπαγχονίστηκε στὴν Ἀδριανούπολη τὸ 1821 (προστάτης δὲ τώρα τοῦ Πυθίου).

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ ῥάπτης ἀπὸ τὰ Ἰωάννινα

Στίς 18 Ἀ­πρι­λί­ου τοῦ 1526 μαρ­τύ­ρη­σε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη ὁ πι­στός καί ἡ­ρω­ι­κός Ἰ­ω­άν­νης, ἕ­νας ἀ­κό­μη ἀ­πό τίς μυ­ριά­δες τῶν γεν­ναί­ων Ἑλ­λή­νων Νε­ο­μαρ­τύ­ρων τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας.

Στήν ἱ­στο­ρι­κή πό­λη τῶν Ἰ­ω­αν­νί­νων γεν­νή­θη­κε ὁ Ἰ­ω­άν­νης ἀ­πό γο­νεῖς ἁ­πλο­ϊ­κούς, ἀλ­λά εὐ­σε­βεῖς. Ἀ­πό νω­ρίς εἶ­χε μά­θει τή ρα­πτι­κή τέ­χνη καί μ’ αὐ­τήν ἐ­ξοι­κο­νο­μοῦ­σε τά ἀ­πα­ραί­τη­τα, ὄ­χι μό­νο γιά τόν ἑ­αυ­τό του, ἀλ­λά καί γιά ἄλ­λους. Δι­ό­τι ἀ­πό τίς εἰ­σπρά­ξεις του ὁ ἐ­νά­ρε­τος Χρι­στια­νός νέ­ος ἔ­δι­νε πάν­το­τε τό ἕ­να τρί­το σέ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, τό ἄλ­λο τρί­το στούς γέ­ρον­τες γο­νεῖς του καί τό ὑ­πό­λοι­πο τό κρα­τοῦ­σε γιά τόν ἑ­αυ­τό του.

Ὅ­ταν ὁ Θε­ός κά­λε­σε τούς γο­νεῖς του κον­τά του, ὁ Ἰ­ω­άν­νης ἦλ­θε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη. Ἦ­ταν τό­τε Πα­τριά­ρχης ὁ Ἱ­ε­ρε­μί­ας, γνω­στός του ἀ­πό τά Ἰ­ω­άν­νι­να. Ἐ­δῶ ὁ Ἠ­πει­ρώ­της νέ­ος συ­νέ­χι­σε τήν ἐρ­γα­σί­α τοῦ ρά­πτη καί ἦ­ταν χα­ρά τῶν Χρι­στια­νῶν, ἀλ­λά καί ἀν­τι­κεί­με­νο φθό­νου γιά τούς Ὀ­θω­μα­νούς. Δι­ό­τι ὅ­πως τόν ἔ­βλε­παν, ὡ­ραῖ­ο στήν ὄ­ψη, σε­μνό καί εὐ­γε­νι­κό, πι­στό καί γεν­ναῖ­ο, συ­νέ­λα­βαν τήν πο­νη­ρή ἰ­δέ­α νά τόν κά­νουν δι­κό τους. Κρί­μα, τοῦ ἔ­λε­γαν, ἕ­να τέ­τοι­ο παλ­λη­κά­ρι, ὡ­ραῖ­ο καί ἔ­ξυ­πνο, νά ὑ­πο­φέ­ρει μέ τήν κου­ρα­στι­κή τέ­χνη τοῦ ρά­φτη. Ἄν ἀ­φή­σεις τήν πί­στη σου, θά ἔ­χεις ἀ­πό τόν βα­σι­λιά μας ἀ­ξι­ώ­μα­τα καί πλού­τη. Πει­ρα­σμός, θά πεῖ­τε, γιά τόν πτω­χό βι­ο­πα­λαι­στή νέ­ο! Γιά ἄλ­λους ἴ­σως ναί, γιά τόν Ἰ­ω­άν­νη ὅ­μως ὄ­χι. Δι­ό­τι αὐ­τός θε­ω­ροῦ­σε ὡς τόν με­γα­λύ­τε­ρο θη­σαυ­ρό γιά τή ζω­ή αὐ­τή καί τήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα τόν Χρι­στό καί τήν πί­στη τοῦ Χρι­στοῦ. Γι’ αὐ­τό πάν­το­τε καί μέ κά­θε τρό­πο ἀν­τι­δροῦ­σε ἔν­το­να.

Ἔ­τσι ὅ­μως, ὅ­πως οἱ Ἀ­γα­ρη­νοί τόν ἐ­νο­χλοῦ­σαν συ­χνά γιά νά ἀρ­νη­θεῖ τήν πί­στη του, δη­μι­ουρ­γή­θη­κε μέ­σα του ζω­η­ρός ὁ πό­θος νά μαρ­τυ­ρή­σει γιά τόν Χρι­στό, τόν λα­τρευ­τό του Κύ­ριο. Τόν πό­θο του αὐ­τό τόν ἀ­να­κοί­νω­σε ἀ­μέ­σως στόν πνευ­μα­τι­κό του καί τοῦ ζή­τη­σε τήν ἄ­δεια νά προ­κα­λέ­σει ὁ ἴ­διος τους Τούρ­κους γιά νά μαρ­τυ­ρή­σει. Ὁ συ­νε­τός ὅ­μως πνευ­μα­τι­κός τόν ἐμ­πό­δι­σε. Δι­ό­τι εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νο, τοῦ λέ­ει, νά ρί­χνει ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στια­νός τόν ἑ­αυ­τό του σέ πει­ρα­σμό. Ὑ­πάρ­χει φό­βος πά­νω στό μαρ­τύ­ριο νά λυ­γί­σει, νά ἀρ­νη­θεῖ τήν πί­στη του καί νά χα­θεῖ. Ἄ­φη­σε, τοῦ εἶ­πε, τά πράγ­μα­τα νά ἐ­ξε­λι­χθοῦν μό­να τους· κι ἄν ὁ Θε­ός θε­λή­σει, θά σέ ἀ­ξι­ώ­σει νά γί­νεις μάρ­τυ­ράς του.

Τά πει­ράγ­μα­τα ὅ­μως τῶν Τούρ­κων καί οἱ προ­κλή­σεις πύ­υ­κνω­σαν τήν Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή καί μά­λι­στα τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα. Οἱ γεί­το­νες συμ­φώ­νη­σαν καί βρῆ­καν τήν κα­τάλ­λη­λη ἡ­μέ­ρα. Τήν Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή τόν πε­ρι­κύ­κλω­σαν καί τοῦ ἔ­ρι­ξαν τή συ­κο­φαν­τί­α: Ἐ­σύ, τοῦ εἶ­παν, ὑ­πο­σχέ­θη­κες στά Τρί­κα­λα ὅ­τι θά γί­νεις Τοῦρ­κος. Καί τώ­ρα για­τί δέν τη­ρεῖς τό λό­γο σου; Βε­βαί­ως τό παλ­λη­κά­ρι τοῦ Χρι­στοῦ ἀρ­νοῦν­ταν τή συ­κο­φαν­τί­α καί ἀ­πο­φα­σι­στι­κός καί θαρ­ρα­λέ­ος τούς βε­βαί­ω­νε ὅ­τι Χρι­στια­νός θά ζή­σει καί Χρι­στια­νός θά πε­θά­νει, ἔ­στω καί μέ μαρ­τύ­ριο. Αὐ­τοί μέ κτυ­πή­μα­τα καί σπρω­ξι­ές τόν ὁ­δή­γη­σαν στόν δι­κα­στή. Ἦ­ταν με­ση­μέ­ρι τῆς Με­γά­λης Πα­ρα­σκευ­ῆς, τήν ὥ­ρα πού ὁ Κύ­ριος Ἰ­η­σοῦς ἦ­ταν κρε­μα­σμέ­νος στό Σταυ­ρό τοῦ Γολ­γο­θᾶ. Καί ὁ Ἰ­ω­άν­νης, μέ τά μά­τια στραμ­μέ­να στόν Σταυ­ρό τοῦ Κυ­ρί­ου του, συγ­κι­νη­μέ­νος, ἀλ­λά καί θαρ­ρα­λέ­ος, ἔ­δω­σε μπρο­στά σ’ ὅ­λους τήν κα­λή ὁ­μο­λο­γί­α. Ὁ Χρι­στός, φώ­να­ξε, εἶ­ναι ὁ μό­νος ἀ­λη­θι­νός Θε­ός καί Σω­τήρας τῶν ἀν­θρώ­πων!

Με­τά τά πρῶ­τα ἐ­ξευ­τε­λι­στι­κά καί ἐ­ξαν­τλη­τι­κά βα­σα­νι­στή­ρια ἔ­κλει­σαν τόν Ἰ­ω­άν­νη στή φυ­λα­κή γιά νά σκε­φθεῖ ὡ­ρι­μό­τε­ρα. Καί πράγ­μα­τι σκέ­φθηκε κα­λύ­τε­ρα. Καί πα­ρου­σι­ά­σθη­κε ὁ Μάρ­τυ­ρας με­τά ἀ­πό ὁ­λο­νύ­κτια προ­σευ­χή τό Μέ­γα Σάβ­βα­το μπρο­στά στόν κρι­τή πιό δυ­να­τός, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πο­φα­σι­στι­κός καί δυ­να­μι­κός, ἕ­τοι­μος νά μαρ­τυ­ρή­σει γιά τήν πί­στη του. Τό­τε δό­θη­κε ἡ ἐν­το­λή νά ἑ­τοι­μά­σουν φω­τιά καί νά τόν ρί­ξουν μέ­σα νά κα­εῖ ζων­τα­νός. Ἐ­δῶ ὅ­μως ἐ­πε­νέ­βη ὁ Πα­τριά­ρχης. Πλή­ρω­σε τόν δι­κα­στή, γιά νά ἀ­να­βά­λει τό μαρ­τύ­ριο με­τά τό Πά­σχα.

Τήν Πα­ρα­σκευ­ή τῆς Δι­α­και­νη­σί­μου ἔ­φε­ραν καί πά­λι τόν Ἰ­ω­άν­νη ἐ­νώ­πιον τοῦ κρι­τῆ. Τή φο­ρά αὐ­τή ἐμ­φα­νί­σθη­κε ὁ Μάρ­τυς μέ ὕ­μνους καί ἄ­σμα­τα στά χεί­λη. Ἀ­γα­πῶ τόν Χρι­στό, φώ­να­ξε, καί μα­ζί μέ τούς Ἀγ­γέ­λους καί ὅ­λους τους Χρι­στια­νούς ψάλ­λω κι ἐ­γώ τό «Χρι­στός ἀ­νέ­στη». Τό­τε ἄ­να­ψαν ἐ­πί τό­που, στό δρό­μο, τή φω­τιά. Οἱ Τοῦρ­κοι πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ μέ φω­νές καί κα­τά­ρες ἔ­φερ­ναν ξύ­λα καί φρύ­γα­να καί τήν δυ­νά­μω­σαν. Ὅ­ταν ἡ φω­τιά γι­γαν­τώ­θη­κε, ἔ­σπρω­ξαν τόν Ἰ­ω­άν­νη νά πέ­σει μέ­σα. Ἀλ­λά αὐ­τός δέν εἶ­χε ἀ­νάγ­κη ἀ­πό σπρώ­ξι­μο. Αὐ­τός μέ τόν πό­θο καί τή χα­ρά τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου, ἔ­τρε­ξε μό­νος του, γε­λα­στός, χα­ρού­με­νος, σάν νά πή­γαι­νε σέ πα­νη­γύ­ρι. Οἱ γεί­το­νες ὅ­μως δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­καν. Ἐ­πι­τέ­θη­καν ἐ­ναν­τί­ον τῶν Τούρ­κων πού ἄ­να­ψαν τή με­γά­λη φω­τιά καί ἔ­θε­σαν σέ κίν­δυ­νο τά σπί­τια τους. Ἀλ­λά οἱ βα­σα­νι­στές τί εἶ­χαν νά χά­σουν; Μέ ἐγ­καύ­μα­τα καί πλη­γές ὅ­πως ἦ­ταν τό θύ­μα τους, μό­λις εἶ­χε πέ­σει στή φω­τιά, τό με­τέ­φε­ραν ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λη, γιά νά ἐ­πα­να­λά­βουν κι ἐ­κεῖ τήν ἴ­δια σκη­νή. Νέ­α φω­τιά, ἀλ­λά καί νέ­α ὁ­μο­λο­γί­α πί­στε­ως τοῦ Ἰ­ω­άν­νη. Μέ τό «Χρι­στός ἀ­νέ­στη» ὅρ­μη­σε μέ­σα ὁ Μάρ­τυ­ρας, δρο­σι­ζό­με­νος μᾶλ­λον, θαυ­μα­τουρ­γι­κῶς πά­λι, ὅ­πως οἱ τρεῖς Παῖ­δες στήν κά­μι­νο τοῦ πυ­ρός. Ἔ­ψα­λε μέ ὅ­λη τή δύ­να­μη τῆς ψυ­χῆς του τόν θρι­αμ­βευ­τι­κό ὕ­μνο τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως. Τό­τε οἱ Τοῦρ­κοι μέ ἀ­γρι­ό­τη­τα θη­ρί­ου, καί ἐκδικητική μανία, τοῦ ἔ­κο­ψαν τό κε­φά­λι. Τό σῶ­μα τοῦ Μάρ­τυ­ρα ἔ­πε­σε νε­κρό στή γῆ. Ἡ ψυ­χή του με­τα­φέρ­θη­κε ἀ­πό τούς Ἀγ­γέ­λους στό θρό­νο τοῦ Κυ­ρί­ου, γιά νά συ­νε­χί­σει ἐ­κεῖ τή δο­ξο­λο­γί­α πρός τόν Ἀ­να­στάν­τα Σω­τή­ρα Χρι­στό, πού ἄ­φη­σε ἡ­μι­τε­λή στή γῆ.

Ἀ­κό­μη ἕ­νας Μάρ­τυ­ρας στή φά­λαγ­γα τῶν ἀ­γω­νι­στῶν καί ὑ­πε­ρα­σπι­στῶν τῆς πί­στε­ως. Γιά νά μᾶς δεί­ξει πῶς ζοῦν καί ὑ­πε­ρα­σπί­ζον­ται τήν πί­στη τους οἱ πραγ­μα­τι­κοί Χρι­στια­νοί. Χθές καί σή­με­ρα καί πάν­το­τε.

Ἀπό τό βιβλίο «Φωστῆρες Ὑπέρλαμπροι»

Ἀρχιμ. Θεοδώρου Μπεράτη

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Κουλικᾶς

Βλέπε βιογραφία του τὴν 8η Ἀπριλίου. Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται καὶ ἐδῶ, διότι πιθανῶς νὰ συγχέεται μ᾿ αὐτὴ τοῦ πιὸ πάνω Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ ῥάπτη.

Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος Καρελιᾶς (Φινλανδός)

Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Ἡ ἐν Ὀρθοδοξίᾳ Ἡνωμένη Εὐρώπη», τοῦ Γ.Ε. Πιπεράκη, Ἐκδ. Ἑπτάλοφος», Ἀθῆναι 1997.