Δὲν σκοτώνω τὸ ἀγγελούδι μου!

    Eἶχαν φύγει ἀπὸ τὴ σκλαβωμένη Βόρειο Ἤπειρο ὁ Πέτρος μὲ τὴ γυναίκα του τὴ Νίκη μόλις ἄνοιξαν τὰ σύνορα, καὶ βρῆκαν καταφύγιο στὴ μεγαλούπολη τῆς Πελοποννήσου. Ἄνθρωποι ἐργατικοὶ καὶ οἱ δύο χαίρον­ταν τὴ ζωὴ στὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα καὶ δὲν χόρταιναν νὰ θαυμάζουν τὶς μεγαλόπρεπες ἐκκλησιές. Γέμιζε ἡ καρδιά τους ἀπὸ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση κάθε Κυριακὴ ποὺ πήγαιναν κι αὐτοὶ στὴ Θεία Λειτουργία.
    Μιὰ Κυριακὴ ἄκουσαν τὸν ἱερέα στὸ τέλος νὰ κάνει μιὰ ἀνακοίνωση καὶ τὴν πρόσεξαν μὲ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον.
    –Στὸ τέλος τῆς Λειτουργίας, ἀδελφοί μου, θὰ βαφτίσουμε ὁμαδικὰ τρεῖς Βορειοηπειρῶτες. Ὅσοι θέλετε, νὰ παρευ­ρεθεῖτε στὸ ἱερὸ Μυστήριο.
    Ἔνιωσαν ἕνα σκίρτημα στὴν καρδιά τους κι ἔμειναν στὴ Βάπτιση. Καὶ ρώτησαν στὸ τέλος πῶς μποροῦσαν νὰ βαφτιστοῦν κι αὐτοί. Μὲ πολλὴ εὐγένεια ἕ­­­­­­νας ἱερέας τοὺς ἀπάντησε:
    –Πρέπει πρῶτα νὰ κατηχηθεῖτε καὶ θὰ ἀκολουθήσει καὶ τὸ Βάπτισμα.
    Καὶ πράγματι ἔπειτα ἀπὸ ἕνα χρονικὸ διάστημα κατηχήσεως στὸν ἴδιο ἱε­­ρὸ Ναὸ ἦλθε καὶ γι’ αὐτοὺς ἡ μεγάλη ὥρα τῆς Βαπτίσεως καὶ ­κοινώνησαν γιὰ πρώτη φορὰ μὲ συγκλονισμὸ ψυχῆς τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων!
    Νέοι πιὰ ἄνθρωποι ὁ Πέτρος καὶ ἡ Νί­κη ζοῦσαν χαρούμενοι τὴ ­χριστιανικὴ ζωὴ σύμφωνα μὲ τὶς ὁδηγίες ποὺ τοὺς ἔδινε ὁ Πνευματικός τους ποὺ τοὺς εἶχε κατηχήσει. Στὶς ἐλεύθερες ὧ­­­ρες τους μελετοῦσαν Ὀρθόδοξα βιβλία καὶ κοι­νωνοῦσαν συχνά.
    Εἶχαν ὑγεία καὶ δὲν φοβόντουσαν τὴ δουλειά. Ἀγαποῦσαν καὶ τὰ παιδιά. Τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο ἦλθαν καὶ αὐτὰ στὴ ζωή τους. Καὶ γέμιζαν μὲ τὰ κλάματα στὴν ἀρχή, μὲ τὰ γέλια τους ἀργότερα, μὲ τὰ παιχνίδια σὲ λίγο τὸ σπίτι τους. Ἕ­­­να, δύο, τρία... πέντε παιδιά!
    Ὅταν γύριζε ἀπὸ τὴ δουλειά του ὁ Πέ­τρος, γινόταν πανηγύρι. Ἔτρεχαν ὅ­­­λα μαζὶ νὰ τὸν ἀγκαλιάσουν. Ἔπεφτε στὸ ντιβάνι νὰ ξαπλώσει καὶ ξάπλωναν κι αὐτὰ δίπλα του. Τὸν φιλοῦσαν, τοῦ χαμογελοῦσαν, τὸν κοίταζαν στὰ μάτια κι ἐκεῖνος τ’ ἀγκάλιαζε καὶ σιγά-σιγὰ ἔκλειναν τὰ μάτια του. Τὸν ἔπαιρνε ὁ ὕπνος.
    –Παιδιά, ὁ μπαμπὰς εἶναι κουρασμένος ἀπὸ τὴ δουλειά, φώναζε ἡ Νίκη. Ἀφῆστε τον νὰ ἡσυχάσει! Σὲ λίγο θὰ ξεκουραστεῖ καὶ θὰ φᾶμε ὅλοι μαζί. Τὸ φαγητὸ ἑτοιμάζεται...
    Ὅταν συνῆλθε ἀπὸ τὴν κούραση ὁ Πέτρος ἐκείνη τὴ βραδιὰ κι ἑτοιμάστηκε τὸ τραπέζι, μαζεύτηκαν ὅπως κάθε βράδυ ὅλοι, εἶπαν τὸ «Πάτερ ἡμῶν» ὅλοι μαζὶ καὶ ἔφαγαν χαρούμενοι τὸ φαγητό τους.
    Κι ἀφοῦ ἔβαλαν τὰ παιδιὰ νὰ κοιμηθοῦν, κάθισαν οἱ δυό τους νὰ τὰ ποῦν.
    –Ξέρεις, Νίκη, μᾶς ἀπολύουν δυστυ­χῶς. Εἴμαστε χάλια.
    –Γιατί;
    –Κλείνει ἡ ἑταιρεία. Ἡ κρίση, βλέπεις, ἔπιασε κι ἐμᾶς.
    –Τί νὰ γίνει! Αὐτὰ ἔχει ἡ ζωή. Δὲν θὰ μᾶς ἀφήσει ὁ Θεός. Ἐγὼ δουλεύω σὲ δυὸ σπίτια καὶ πιστεύω θὰ τὰ φέρουμε βόλτα κουτσὰ στραβά. Μὴν ἀπελπίζεσαι!
    –Μακάρι. Δὲ μοῦ λὲς μὲ κεῖνον τὸν πό­νο σου ποὺ μοῦ ᾿λεγες, τί γίνεται;
    –Πῆγα στὸ γυναικολόγο καὶ μοῦ ᾿πε ὅτι εἶμαι ἔγκυος, ἀλλ’ ἔχω σοβαρὸ πρόβλημα καὶ πρέπει νὰ κάνω ὁπωσδήποτε διακοπὴ κυήσεως, γιατὶ ἀλλιῶς κινδυνεύει ἡ ζωή μου.
    –Αὐτὸ μᾶς ἔλειπε! Καὶ τί ἀποφάσισες;
    –Θέλει καί ρώτημα; Νὰ σκοτώσω τὸ ἕκτο παιδί μου! Ποτέ! Ποτέ! Δὲν σκοτώνω τὸ ἀγγελούδι μου!
    –Μὰ τί εἶπε ὁ γιατρός; Κινδυνεύει ἡ ζωή σου! Ἔτσι δὲν σοῦ εἶπε;
    –Ἐγὼ θὰ ρωτήσω τὸν ἐξομολόγο, τὸν πνευματικὸ γιατρό. Φόνισσα δὲν γίνομαι, ὅ,τι κι ἂν λένε οἱ γιατροί!
    –Κάνε ὅ,τι νομίζεις. Σκέψου ὅμως τί θὰ γίνουν τὰ πέντε παιδιά μας, ἂν πεθάνεις πάνω στὴ γέννα!
    –Δὲν θὰ μᾶς ἀφήσει ὁ Θεός! Νὰ σοῦ πῶ καὶ κάτι ἄλλο;
    –Πὲς ὅ,τι θέλεις.
   –Στὴν ξαδέλφη μας τὴν Ἀνδριάνα ποὺ τῆς εἶπα ὅτι περιμένω κι ἄλλο παιδὶ καὶ μοῦ ᾿πε «καλέ, κουνέλα ἔγινες;», τῆς ἔ­­­δωσα κοφτὴ ἀπάντηση: «Μὴν ἀνακατεύ­εσαι στὰ οἰκογενειακά μας, Ἀνδριάνα, τὰ παιδιά μας εἶναι ἡ χαρά μας!».
    –Καὶ τί εἶπε;
   –Σώπασε.
   –Καλὰ ἔκανες. Δική μας ὑπόθεση. Ἐγὼ ἐσένα μόνο σκέφτομαι.
   –Ἔχει ὁ Θεός, ἄντρα μου. Δὲν θὰ μᾶς ἀφήσει Ἐκεῖνος.
   –Ἂς ξεκουρασθοῦμε τώρα.
   Ὕστερα ἀπὸ λιγόμηνη ὑπομονὴ καὶ ἀναμονὴ καὶ ἀφοῦ ἄκουσε καρτερικὰ καὶ ἀρκετὰ εἰρωνικὰ σχόλια ἡ Νίκη, στὴν ὥρα του ἦρθε στὸν κόσμο ἕνα ὑγιέστατο κοριτσάκι. Μαζί του ἐξαφανίσθηκε καὶ τὸ γυναικολογικὸ ­πρόβλημα, ποὺ ἦταν ἀπειλὴ θανάτου γιὰ τὴν πιστὴ μάνα.
    Ὁ γιατρὸς ποὺ τὴν φρόντιζε μέχρι τὴν τελικὴ εὐχάριστη ἔκβαση τοῦ τοκετοῦ, μιλοῦσε ἔκπληκτος γιὰ θαῦμα. Τὸ νεο­γέννητο κοριτσάκι τους ἀποφάσισαν καὶ τὸ βάφτισαν σύντομα καὶ τὸ ὀνόμασαν Ζωή· γιὰ νὰ θυμοῦνται ὅτι ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ οἱ πιὸ πολλοὶ περίμεναν τὸν θάνατο, ἀνέβλυσε μιὰ νέα ζωή.

Εγγραφή ή ανανέωση Συνδρομών