Τετάρτη, 03 Μάιος 2017 01:00

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (2/5)

Σήμερα 2/5/2017 εορτάζουν:

  • Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων του Αγίου Αθανασίου
  • Άγιοι Έσπερος, Ζωή και τα τέκνα τους Κυριάκος και Θεόδουλος
  • Οσία Ματρώνα εκ Ρωσίας
  • Όσιος Ιορδάνης ο Θαυματουργός
  • Όσιος Σάββας Επίσκοπος Δαφνουσίας
  • Άγιος Boris - Μιχαήλ ο πρίγκιπας, Ισαπόστολος και Φωτιστής
  • Άγιος Βασίλειος ο διά Χριστόν σαλός
  • Ανακομιδή των ιερών λειψάνων των Αγίων Μπορίσου και Γλιέβου
  • Σύναξη Υπεραγίας Θεοτόκου εν Πούτιβλ Ρωσίας
  • Σύναξη της Παναγίας «Ἄξιον Ἐστί» (ή ἐν τῷ «Ἀδειν»)

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Μεγαλομάρτυρας καὶ Τροπαιοφόρος

2.-Agios-Megalomartis-Georgios

1) Ὡς ρό­δον ἐν μέ­σῳ ἀ­καν­θῶν.

«Ἀ­νέ­τει­λε τό ἔ­αρ, δεῦ­τε εὐ­ω­χη­θῶ­μεν· ἐ­ξέ­λαμ­ψεν ἡ Ἀ­νά­στα­σις τοῦ Χρι­στοῦ, δεῦ­τε εὐ­φραν­θῶ­μεν· ἡ τοῦ ἀ­θλο­φό­ρου μνή­μη τούς πι­στούς φαι­δρύ­νου­σα ἀ­νε­δεί­χθη· διό, φι­λέ­ορ­τοι, δεῦ­τε ψαλ­μι­κῶς αὐ­τήν πα­νη­γυ­ρί­σω­μεν».

Μ’ αὐ­τούς τούς στί­χους ὁ ἱ­ε­ρός ὑ­μνο­γρά­φος κα­λεῖ τούς Ὀρ­θο­δό­ξους πι­στούς μέ­σα στή μυ­ρο­βό­λο ἐ­α­ρι­νή καί ἀ­να­στά­σι­μο ἀ­τμό­σφαι­ρα νά τι­μή­σουν καί νά ὑ­μνή­σουν τόν Μεγαλο­μάρ­τυ­ρα τοῦ Θε­οῦ Γε­ώρ­γιο τόν τρο­παι­ο­φό­ρο. Μέ τό ὄ­νο­μα τοῦ λα­ο­φι­λοῦς μας Ἁ­γί­ου τι­μῶν­ται ἀ­μέ­τρη­τοι ἱ­ε­ροί Να­οί καί αὐ­τό τό ὄ­νο­μα φέ­ρουν μυ­ριά­δες Ὀρ­θο­δό­ξων Ἑλλή­νων στή χώ­ρα μας καί στό ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Μορ­φή φω­τει­νή ὁ Γε­ώρ­γιος, ἐ­πι­βλη­τι­κή, εἶ­ναι μί­α ἀ­πό τίς πλέ­ον ἐν­δο­ξες φυ­σι­ο­γνω­μί­ες τοῦ πρω­το­χρι­στι­α­νι­κοῦ μαρ­τυ­ρο­λο­γί­ου μας, ἡ ὁ­ποί­α ἐμ­πνέ­ει ὅ­λες τίς γε­νι­ές.

Ἡ Καπ­πα­δο­κί­α τῆς Μι­κρᾶς Ἀ­σί­ας εἶ­ναι ἡ πα­τρί­δα τοῦ Γε­ωρ­γί­ου, ὅ­που γεν­νή­θη­κε στά τέ­λη τοῦ 3ου αἰ­ῶ­νος. Εἶ­χε μά­λι­στα τό ἐ­ξαι­ρε­τι­κό προ­νό­μιο ὁ Ἅ­γιος νά κα­τά­γε­ται ἀ­πό γονεῖς ὄ­χι μό­νο ἐ­κλε­κτούς καί ἐ­πι­φα­νεῖς, ἀλ­λά καί Χρι­στια­νούς καί βα­θύ­τα­τα εὐ­σε­βεῖς. Γι’ αὐ­τό καί εὐ­τύ­χη­σε νά δι­δα­χθεῖ «ἀ­πό βρέ­φους τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα» (Β΄ Τίμ. γ΄ 15). Ἀναδεί­χθη­κε «Θε­οῦ γε­ώρ­γιον» (Α΄ Κόρ. γ΄ 9), μέ­σα στό ὁ­ποῖ­ο σπάρ­θη­καν μέ ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­πό τήν ἀρ­χή τῆς ζωῆς του τά σπέρ­μα­τα τῆς ἀ­ρε­τῆς καί τῆς σω­τη­ρί­ας. Καί τά σπέρ­μα­τα αὐ­τά βρῆ­καν γῆ ἀ­γα­θή καί ἀ­να­πτύ­χθη­καν καί μέ τή χά­ρη τοῦ Θε­οῦ ἔ­φε­ραν καρ­πό πο­λύ.

Σέ νε­ό­τα­τη ἡ­λι­κί­α ὁ Γε­ώρ­γιος κα­τα­τά­χθη­κε στό τάγ­μα τῶν Τρι­βού­νων τοῦ ρω­μαι­κοῦ στρα­τοῦ, τό­τε πού αὐ­το­κρά­τωρ ἦ­ταν ὁ φο­βε­ρός δι­ώ­κτης τῶν Χρι­στια­νῶν Δι­ο­κλη­τια­νός (284 - 305). Γρή­γο­ρα ὁ Γε­ώρ­γιος ἀ­να­δεί­χθη­κε ἕ­νας ἀ­πό τούς κα­λύ­τε­ρους ἀ­ξι­ω­μα­τι­κούς τοῦ ρω­μαϊ­κοῦ στρα­τοῦ, δυ­­να­τός, ἀν­δρεῖ­ος, ἀλ­λά συγ­χρό­νως καί χα­ρα­κτή­ρας ἀ­δα­μάν­τι­νος, μορ­φή φω­τει­νή καί ἑλ­κυ­στι­κή. Ὅ­λα αὐ­τά τά ἐ­ξαι­ρε­τι­κά προ­σόν­τα τοῦ ἔ­δω­σαν πο­λύ σύν­το­μα τόν τίτ­λο τοῦ κό­μη.

Τό πε­ρι­βάλ­λον τοῦ στρα­τοῦ, μέ­σα στό ὁ­ποῖ­ο ζεῖ καί ἀ­να­στρέ­φε­ται ὁ νε­α­ρός Γε­ώρ­γιος, εἶ­ναι δυ­σμε­νές γιά τή χρι­στι­α­νι­κή τοῦ ἰ­δι­ό­τη­τα. Τόν πε­ρι­στοι­χί­ζουν μέ τίς εἰ­δω­λο­λα­τρι­κές τούς συ­νή­θει­ες ἄν­θρω­ποι, τούς ὁ­ποί­ους ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος θά μπο­ροῦ­σε νά χα­ρα­κτη­ρί­σει «πε­πλη­ρω­μέ­νους πά­σῃ ἀ­δι­κίᾳ... πο­νη­ρίᾳ... με­στούς φθό­νου, φό­νου, ἔ­ρι­δος, δόλου, κα­κο­η­θεί­ας...» (Ρώμ. α΄ 29 κ. ἑ­ξῆς). Κι ὅ­μως, πα­ρά τούς δυ­να­τούς πει­ρα­σμούς, αὐ­τός, κα­θώς με­γα­λώ­νει στήν ἡ­λι­κί­α καί ἀ­πο­κτᾶ με­γά­λη σο­φί­α, δέν συ­σχη­μα­τί­ζε­ται μέ τό πε­ρι­βάλ­λον του, δέν ἐ­πη­ρε­ά­ζε­ται καί δέν μο­λύ­νε­ται. Μέ­νει ἄ­καμ­πτος καί ἀ­νυ­πο­χώ­ρη­τος στίς χρι­στι­α­νι­κές ἀρ­χές καί τή σε­μνή ζω­ή του. Αὐ­τός, «λαμ­πρός ἀ­ρι­στεύς τῆς ἀ­ρε­τῆς», πραγ­μα­τικά ἅ­γιος στήν κα­θη­με­ρι­νή του ζω­ή, ἀ­γω­νί­ζε­ται «τόν κα­λόν ἀ­γώ­να», εὐ­φραί­νε­ται μέ τό λό­γο τοῦ Θε­οῦ, τρέ­φε­ται μέ τό οὐ­ρά­νιο μάν­να, εὐφραί­νε­ται νά ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ μέ τόν Κύ­ριό του. «Ὡς ρό­δον ἐν μέ­σῳ ἀ­καν­θῶν καί κρί­νον εὐ­ω­διά­ζον τήν εὐ­σέ­βειαν», ὁ Γε­ώρ­γιος μέ τήν ἀ­να­στρο­φή του στό πε­ρι­βάλ­λον του γί­νε­ται «Χρι­στοῦ εὐ­ω­δί­α». Γιά πό­σους, ἀλή­θεια, εἰ­δω­λο­λά­τρες στρα­τι­ω­τι­κούς θά ἔ­γι­νε ἀ­φορ­μή ἡ ἐ­νά­ρε­τη καί ἁ­γί­α καί ἀ­κτι­νο­βό­λος δι­α­γω­γή του νά ἀ­να­θε­ω­ρή­σουν τή ζω­ή τους καί νά πα­ρα­δειγ­μα­τι­σθοῦν ἀ­π’ αὐ­τόν!

Θά ἀ­να­φέ­ρου­με ὅ­μως κι ἕ­να ἀ­κό­μη μεγάλο προ­σόν τοῦ Γε­ωρ­γί­ου. Ὅ­τι δη­λα­δή δέν ἐ­πη­ρε­ά­σθη­κε, ἀλ­λά ἀ­πο­δεί­χθη­κε ἀ­νώ­τε­ρος τῶν χρη­μά­των καί τοῦ πλού­του. Δι­ό­τι πράγ­μα­τι κλη­ρο­νό­μη­σε ἀ­πό τούς εὔ­πο­ρους γο­νεῖς του με­γά­λο πλοῦ­το, ὁ ὁ­ποῖ­ος στά χέ­ρια πολ­λῶν κε­νό­δο­ξων νέ­ων γί­νε­ται συ­νή­θως αἰ­τί­α κα­τα­στρο­φῆς. Δι­α­φθεί­ρει τήν καρ­διά καί τή στρέ­φει πρός τή μα­ται­ό­τη­τα καί τήν τρυ­φή. Ὁ Γε­ώρ­γιος «σο­φός κα­τά Θε­όν», ἄ­κου­σε τή φω­νή τοῦ σο­φοῦ πα­ροι­μια­στῆ: «ὅποιος πιστεύει στόν πλοῦτο, θά χα­θεῖ· ἐ­κεῖ­νος ὅμως πού ἐ­λε­εῖ τούς πτω­χούς θά γί­νει λαμ­πρός καί ἔν­δο­ξος». (Παρ. ι­α΄ 28). Ὁ Γε­ώρ­γιος ἄλ­λω­στε βρῆ­κε τόν πο­λύ­τι­μο μαρ­γα­ρί­τη καί ἡ ψυ­χή του ἀ­πό τήν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α ἑλκύσθηκε ἀ­πό τόν οὐ­ρά­νιο θη­σαυ­ρι­σμό. Ὅ­λη του λοι­πόν τήν πε­ρι­ου­σί­α τή δώ­ρη­σε μέ ἀ­γά­πη πολ­λή, τή μοί­ρα­σε στούς πτω­χούς. Ἔ­γι­νε ἀν­τι­λή­πτωρ τῶν πτω­χῶν —τῶν πτωχῶν ὑ­πε­ρα­σπι­στής—, στόν ὁ­ποῖ­ο οἱ κου­ρα­σμέ­νοι τῆς ζω­ῆς, οἱ ἄ­πο­ροι καί ἐν­δε­εῖς ἔ­βρι­σκαν ἀ­να­κού­φι­ση καί στή­ριγ­μα.

Ἅ­γιος λοι­πόν δέν ἀ­να­δεί­χθη­κε ὁ Γε­ώρ­γιος μό­νο μέ τό μαρ­τύ­ριό του, ἀλ­λά καί μέ τήν ἀ­να­στη­μέ­νη λαμ­πρή καί φω­το­βό­λο ζω­ή του, μέ τή θε­ά­ρε­στη καί σέ ὅλα ἁ­γνή ἀ­να­στρο­φή του, καί μά­λι­στα μέ­σα στό ρω­μαϊ­κό στρα­τό καί τήν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κή κοι­νω­νί­α. Ἀλ­λά μέ τήν ἔν­νοι­α αὐ­τή ἅ­γιοι μπο­ροῦ­με νά γί­νου­με ὅ­λοι μας, ὅ­ταν μέ­σα στό πε­ρι­βάλ­λον μας ζοῦ­με «ἐν και­νό­τη­τι ζω­ῆς», ὅ­πως ὁ Ἀ­να­στάς Κύ­ριος ζη­τᾶ ἀ­πό ὅ­λους μας.

2) Στρα­τι­ώ­της Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.

Ἦλ­θε ὅ­μως ἡ στιγ­μή νά φα­νεῖ καί ἡ ἀ­ξί­α τοῦ Γε­ωρ­γί­ου ὡς «κα­λοῦ στρα­τι­ώ­του Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ» (Β΄ Τίμ. β΄ 3) μέ­σα στόν πό­λε­μο, πού τοῦ κή­ρυ­ξαν. Δι­ό­τι ὁ φο­βε­ρός δι­ώ­κτης τῶν Χρι­στια­νῶν Δι­ο­κλη­τια­νός, ὁ ὁποῖος κα­τεῖ­χε τό­τε τόν αὐ­το­κρα­το­ρι­κό θρό­νο, ἐ­ξέ­δω­σε δι­ά­ταγ­μα, μέ τό ὁ­ποῖ­ο κα­τα­δίωκε μέ κά­θε μέ­σο τήν ἐκκλησία τοῦ Χρι­στοῦ. Σύμ­φω­να μέ τήν αὐ­το­κρα­το­ρι­κή ἐν­το­λή οἱ Χρι­στια­νοί ὄ­χι μό­νο δέν ἐ­πι­τρε­πό­ταν νά κα­τέ­χουν στρα­τι­ω­τι­κά ἤ πο­λι­τι­κά ἀ­ξι­ώ­μα­τα, ἀλ­λά καί κα­τα­δι­ώ­κον­ταν μέ­χρι θα­νά­του καί ἐ­ξον­τώ­σε­ως.

Καί ὁ Γε­ώρ­γιος; Ἦ­ταν φα­νε­ρό! Ἄν δή­λω­νε, ὅ­τι ἦ­ταν Χρι­στια­νός, καί θά ἔ­χα­νε τήν ἐ­πί­ζη­λη θέ­ση του, τό μέλ­λον καί τή δό­ξα, ἀλ­λά καί θά ὁ­δη­γοῦν­ταν σέ μαρ­τυ­ρι­κό θά­να­το. Ἀλ­λά ποι­ός γεν­ναῖ­ος στρα­τι­ώ­της φο­βᾶ­ται τόν ἐ­χθρό, τή μά­χη, τό θά­να­το; Καί ὁ στρα­τι­ώ­της τοῦ Χρι­στοῦ δέν δει­λιά­ζει. Αὐ­τός πά­νω ἀ­πό τούς ἐ­πί­γει­ους βα­σι­λεῖς ἔ­χει ἀρ­χη­γό τόν «Βασι­λέ­α τῶν βα­σι­λευ­όν­των καί Κύ­ριον τῶν κυ­ρι­ευ­όν­των» (Α΄ Τιμ. στ΄ 15), τόν Χρι­στόν Ἰ­η­σοῦ. Τά δι­κά του λό­για θυ­μᾶ­ται: «ὅ­στις ὁ­μο­λο­γή­σει ἐν ἐ­μοί ἔμ­προ­σθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁ­μο­λο­γή­σω κα­γώ ἐν αὐ­τῷ ἔμ­προ­σθεν τοῦ πα­τρός μου τοῦ ἐν οὐ­ρα­νοῖς» (Μάτθ. ι΄ 32). Σπεύ­δει λοι­πόν καί χω­ρίς δι­σταγ­μό ὁ­μο­λο­γεῖ μέ παρ­ρη­σί­α θαυ­μα­στή τήν ἰδιό­τη­τά του. Εἶ­ναι και­ρός πλέ­ον, ὅ­πως μέ­χρι τώ­ρα δι­ε­κή­ρυ­ξε τόν Χρι­στό μέ τήν ἁ­γνό­τη­τα τῆς ζω­ῆς του, νά τόν ὁ­μο­λο­γή­σει καί ἐ­νώ­πιον τῶν ἐ­ξου­σι­ῶν. Νά ἐ­λέγ­ξει τήν πλά­νη τους, νά στη­λι­τεύ­σει τήν ἁ­μαρ­τω­λή ζω­ή τους. Δέν πι­στεύ­ω στούς θε­ούς σας, λέ­ει. «Θε­οί, οἵ τόν οὐ­ρα­νόν καί τήν γῆν οὐκ ἐ­ποί­η­σαν, ἀ­πο­λέ­σθω­σαν». Ἐ­γώ εἶ­μαι Χρι­στια­νός!

Μέ ἔκ­πλη­ξη πολ­λή οἱ ἄρ­χον­τες καί ὁ Δι­ο­κλη­τια­νός ἀ­κοῦν τήν ἀ­νέλ­πι­στη δι­α­κή­ρυ­ξη καί τόν ἔ­λεγ­χο τοῦ ἐ­κλε­κτοῦ τους κό­μη. Πρέ­πει ὅ­μως ὁ γεν­ναῖ­ος μα­χη­τής νά με­τα­πει­σθεῖ. Τό σχέ­διο εἶ­ναι γνω­στό. Οἱ ὑ­πο­σχέ­σεις καί οἱ ἀ­μοι­βές. Ἐ­άν ἀρ­νη­θεῖ τόν Χρι­στό καί θυ­σιά­σει στούς θε­ούς τῶν ἐ­θνῶν, με­γα­λεῖ­ο καί τι­μές ἀ­να­μέ­νουν τόν νε­α­ρό ἀ­ξι­ω­μα­τι­κό. Εὐ­ρύ στά­διο δό­ξας ἀ­νοί­γε­ται μπρο­στά του. Ὁ αὐ­το­κρά­τωρ τοῦ ὑ­πό­σχε­ται ἀν­θρώ­πι­νη δό­ξα. Ἀλ­λά ὁ Γε­ώρ­γιος σκέ­πτε­ται τό με­γα­λεῖ­ο τῆς αἰώνιας δό­ξας τῶν τέ­κνων τοῦ Θε­οῦ στήν οὐρά­νια Βα­σι­λεί­α του. Μέ­νει ἀ­με­τά­πι­στος, φλο­γε­ρός, στα­θε­ρός στίς ἀρ­χές του. Τό ἴ­διο κά­νει, ὅ­ταν οἱ ὑ­πο­σχέ­σεις με­τα­βάλ­λον­ται σέ ἀ­πει­λές. Ἀλ­λά ὅ­πως προ­η­γου­μέ­νως οἱ ὑποσχέσεις, μέ τόν ἴ­διο τρό­πο καί οἱ ἀ­πει­λές δέν πτο­οῦν τόν στρα­τι­ώ­τη τοῦ Χρι­στοῦ. «Τίς ἡμᾶς χω­ρί­σει ἀ­πό τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Χρι­στοῦ; θλί­ψις ἤ στε­νο­χώ­ρια ἤ δι­ωγ­μός ἤ λι­μός ἤ γυμνότης ἤ κίν­δυ­νος ἤ μά­χαι­ρα;» (Ρώμ. η΄ 35). Ἡ δι­α­τα­γή δί­νε­ται νά προ­χω­ρή­σουν οἱ βα­σα­νι­στέ­ς!. Καί ὁ Γε­ώρ­γιος «ρω­μα­λέ­ω φρο­νή­μα­τι» σπεύ­δει πρός τήν ἄ­θλη­ση.

Τόν μα­στι­γώ­νουν, τόν ρα­βδί­ζουν ἀ­νε­λέ­η­τα, τρυ­ποῦν τήν κοι­λιά του μέ δό­ρυ καί τόν ρί­χνουν στή φυ­λα­κή. Προσ­δέ­νουν κα­τό­πιν τό σῶ­μα του στόν τρο­χό, ὁ ὁ­ποῖ­ος πε­ρι­στρέ­φε­ται μέ ὁρ­μή. Τό σῶ­μα του κα­τα­ξε­σχί­ζε­ται ἀ­πό τά φο­βε­ρά μα­χαί­ρια καί τό αἷ­μα τρέ­χει ἄ­φθο­νο ἀ­πό τήν ὁ­λό­σω­μη πλη­γή του. Ἀ­κο­λου­θοῦν κι ἀλ­λά φρι­κτά μαρ­τύ­ρια. Τοῦ φο­ροῦν πυρα­κτω­μέ­να σι­δε­ρέ­νια ὑ­πο­δή­μα­τα καί τόν ὑ­πο­χρε­ώ­νουν νά τρέ­χει μ’ αὐ­τά, τόν ρί­χνουν σ’ ἕνα κα­μί­νι μέ ἀ­σβέ­στη, μέ σκο­πό καί ἐλ­πί­δα, ὅ­τι κά­πο­τε ὁ μάρ­τυς θά καμ­φθεῖ καί θά ἀρ­νη­θεῖ τήν πί­στη του. Ὁ Γε­ώρ­γιος ὅ­μως μέ­νει ἄ­καμ­πτος. Ἡ ψυ­χή του ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ μέ τόν πρῶ­το Μάρ­τυ­ρα καί Ἀρ­χη­γό τῶν Μαρ­τύ­ρων, τόν Κύ­ριο Ἰ­η­σοῦ, στό στρα­τό τοῦ ὁ­ποί­ου ἀ­νή­κει. Ἀ­π’ Αὐ­τόν ἀν­τλεῖ θάρ­ρος καί δύ­να­μη.

Ἡ καρ­τε­ρί­α τοῦ μάρ­τυ­ρος, τό ἀ­δού­λω­το φρό­νη­μα, ἡ ἔμ­μο­νη στίς ἀρ­χές του, ἀλ­λά καί τά θαύ­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α ὁ Θε­ός ἐ­πι­τε­λεῖ τήν ὥ­ρα τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου, προ­κα­λοῦν τήν ἔκ­πλη­ξη πολ­λῶν ἐ­θνι­κῶν. Συγ­κι­νοῦν­ται, μα­λα­κώ­νουν οἱ ψυ­χές τους καί στρέ­φον­ται μέ θαυ­μα­σμό στόν Γε­ώρ­γιο καί τόν Θε­ό τοῦ Γε­ωρ­γί­ου. Με­τα­ξύ αὐ­τῶν καί ἡ αὐ­το­κρά­τει­ρα Ἀ­λε­ξάν­δρα, ἡ σύ­ζυ­γος τοῦ Δι­ο­κλη­τια­νοῦ, ἡ ὁ­ποί­α μα­ζί μέ τρεῖς ὑ­πη­ρέ­τρι­ές της πι­στεύ­ει στόν Χρι­στό καί ὁ­μο­λο­γεῖ τήν πί­στη της. Ὁ Δι­ο­κλη­τια­νός δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν πλέ­ον νά ἀν­τέ­ξει. Καταντρο­πι­ά­σθη­κε μπρο­στά σέ ὅ­λους. Δί­νει ἐν­το­λή νά ἀ­πο­κε­φα­λί­σουν τόν Γε­ώρ­γιο. Καί ὁ Μάρ­τυς λαμ­πρός στό πρό­σω­πο, χαρούμενος, δι­ό­τι σέ λί­γο θά βρί­σκε­ται κον­τά στόν αἰ­ώ­νιο Βα­σι­λέ­α του, ἀ­φή­νει νά βγοῦν ἀ­πό τό στό­μα του οἱ τε­λευ­ταῖ­ες του λέ­ξεις δο­ξο­λο­γί­ας πρός τόν Κύ­ριό του: «Εὐ­λο­γη­τός Κύ­ριος, ὅς οὐκ ἔ­δω­κεν ἡ­μᾶς εἰς θή­ραν τοῖς ὁδοῦσιν αὐ­τῶν» (Ψάλμ. ρκγ 6). Καί πα­ρέ­δω­σε τό πνεῦ­μα του!

Πράγ­μα­τι με­γά­λος Μάρ­τυ­ρας, τρο­παι­ο­φό­ρος, ὁ Γε­ώρ­γιος! Μέ τή ζω­ή του, τήν ἀ­ρε­τή του, τή στα­θε­ρό­τη­τα, τό μαρ­τύ­ριο γί­νε­ται πα­ρά­δειγ­μα γιά μί­μη­ση ὅ­λων μας καί ἰ­δι­αι­τέ­ρως γιά τούς νέ­ους πού ζη­τοῦν ἄ­ξια πρό­τυ­πα γιά μί­μη­ση. Ἡ ἔν­δο­ξη μορ­φή του φω­τί­ζει ἀ­ο­ρά­τως τίς καρ­δι­ές μας. Καί μεῖς θαυ­μα­στές του μα­ζί μέ τόν ἱ­ε­ρό ὑ­μνω­δό τοῦ ψάλ­λου­με:

«Χαί­ροις στρα­τι­ώ­τα τοῦ με­γά­λου βα­σι­λέ­ως Χρι­στοῦ· χαί­ροις τό ὑ­πέρ­λαμ­προν αὖ­χος (καύ­χη­σις) τῆς πί­στε­ως· χαί­­­ροις παμ­φα­έ καί πα­νόλ­βι­ε (παμ­φώ­τει­νε καί πα­νευ­τυ­χή). Ὑ­πέρ ἡ­μῶν παμ­μά­καρ τόν ὅ­λων ἄ­να­κτα Χρι­στόν τόν Θε­όν ἡ­μῶν ἱ­κέ­τευ­ε ρυ­σθῆ­ναι ἐκ σκαν­δά­λων τοῦ ἀ­λά­στο­ρος (τοῦ κα­κούρ­γου Σα­τα­νᾶ) καί σω­θῆ­ναι τάς ψυ­χάς ἡ­μῶν».

Δο­ξα­στι­κόν τῶν Ἀ­πο­στί­χων τοῦ Ἑ­σπε­ρι­νοῦ. Ἦ­χος δ.

Τόν νο­ε­ρόν ἀ­δά­μαν­τα τῆς καρ­τε­ρί­ας, ἀ­δελ­φοί, πνευ­μα­τι­κῶς εὐ­φη­μή­σω­μεν,

Γε­ώρ­γιον τόν ἀ­οί­δι­μον Μάρ­τυ­ρα, ὅν ὑ­πέρ Χρι­στοῦ πυ­ρού­με­νον,

ἐ­χάλ­κευ­σαν κίν­δυ­νοι καί ἐστόμωσαν βά­σα­νοι καί ποι­κί­λαι κο­λά­σεις ἀ­νή­λω­σαν σῶ­μα

τό φύ­σει φθει­ρό­με­νον· ἐ­νί­κα γάρ ὁ πό­θος τήν φύ­σιν διά θα­νά­του πεί­θων τόν ἐ­ρα­στήν δι­α­βῆ­ναι

πρός τόν ποθούμενον Χρι­στόν τόν Θε­όν καί Σω­τῆ­ρα τῶν ψυ­χῶν ἡ­μῶν.

Ἀ­πο­λυ­τί­κιόν του Ἁ­γί­ου. Ἦ­χος δ.

Ὡς τῶν αἰχ­μα­λώ­των ἐ­λευ­θε­ρω­τής καί τῶν πτω­χῶν ὑ­πε­ρα­σπι­στής,

ἀ­σθε­νούν­των ἰα­τρός, βα­σι­λέ­ων ὑ­πέρ­μα­χος, Τρο­παι­ο­φό­ρε Με­γα­λο­μάρ­τυς Γε­ώρ­γι­ε,

πρέ­σβευ­ε Χρι­στῷ τῷ Θε­ῷ σω­θῆ­ναι τάς ψυ­χάς ἡ­μῶν.

Ἀπό τό βιβλίο «Ἀθλητές Στεφανηφόροι»

Ἀρχιμ. Θεοδώρου Μπεράτη

Ἀνακομιδὴ Λειψάνων Ἁγίου Ἀθανασίου

Ἡ γιορτὴ τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου εἶναι στὶς 18 Ἰανουαρίου. Σήμερα, ὅμως, γιορτάζουμε τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων αὐτοῦ τοῦ γίγαντα τῆς Ὀρθοδοξίας μας. Σύμφωνα ὅμως μὲ τὸν Κώδικα τῶν Καυσοκαλυβίων καὶ τὸ δίστιχο τοῦ Λαυριωτικοῦ Κώδικα 70, ἡ κυρίως μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, πρέπει νὰ γιορτάζεται σήμερα, ὅπου καὶ ἱστορικὰ ἀποδεδειγμένη ἡ κοίμησή του, καὶ ὄχι ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του, γεγονὸς γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν ἔχουμε τὴν παραμικρὴ ἱστορικὴ ἀναφορά. Ἀξιοσημείωτο εἶναι ἐπίσης, ὅτι καὶ ὅλη ἡ ἀνέκδοτη ποιητικὴ ὑμνολογία κατὰ τὴν 2α Μαΐου περιστρέφεται στὴν ἐτήσια μνήμη του καὶ ὄχι στὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του, γιὰ τὴν ὁποία οὔτε ἁπλὴ ἀναφορὰ γίνεται. Γιὰ ποιὸ λόγο ὅμως καθιερώθηκε ἡ κυρίως μνήμη του τὴν 18η Ἰανουαρίου, μ᾿ αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, δὲν γνωρίζουμε. Τὸ πιθανότερο ὅμως εἶναι, γιὰ τὸν λόγο ποὺ καθιερώθηκε καὶ ἡ γιορτὴ τῶν τριῶν ἱεραρχῶν. Ἡ Ἐκκλησία ἀπέδωσε πολλὲς τιμὲς στὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο, διότι ἀναδείχθηκε ὁ ἡρωϊκότερος τῶν Ἅγιων καὶ ὁ ἁγιότερος τῶν ἡρῴων. Νὰ πὼς τὸν χαιρετίζουν οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ὕμνοι: «ὡς τὴν μεγάλην τῆς Ἐκκλησίας σάλπιγγα, τῶν ἀρετῶν κανόνα, τὸν νοῦν τὸν περίβλεπτον, τῶν Πατριαρχῶν τὴν κρηπῖδα, τὴν ὀξυτάτην γλῶσσαν, τὸν διαυγῆ ὀφθαλμόν, τὸν λαμπτῆρα τὸν φαεινότατον, τὸν πέλεκυν τὸν κόπτοντα πᾶσα ὕλην αἱρέσεων καὶ καταφλέγοντα τῷ πυρὶ τῷ τοῦ πνεύματος». Καὶ ἀκόμα «ὡς τὸν ἀπερίτρεπτον στῦλον, τὸν ἄσειστον πύργον, τὸν χρυσοῤῥόαν Νεῖλον, τῆς ἀθανασίας τὸν ἐπώνυμον, τὸν πυρσὸν τὸν μετάρσιον, τὸν ἀκατάβλητον πύργον, τὸν ταξιάρχην θεολέκτου παρατάξεως, τὸν θεοφόρον τῆς χάριτος ποταμόν, ἀρχιερέων τὸ κλέος, ἀριστέα τὸν ἀήττητον, τὸν συγκόψαντα τὰς φάλαγγας τῶν αἱρέσεων τῇ δυνάμει τοῦ Πνεύματος, τὸν στήσαντα τῆς Ὀρθοδοξίας τὰ τρόπαια καθ᾿ ὅλην τὴν οἰκουμένην». Ἂς προσέξουμε, λοιπόν, αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικά του Μ. Ἀθανασίου καὶ ἂς ἀγωνιστοῦμε νὰ τὸν μιμηθοῦμε.

Οἱ Ἅγιοι Ἕσπερος, Ζωὴ καὶ τὰ τέκνα τους Κυριακὸς καὶ Θεόδουλος

ΟΙ Ἅγιοι αὐτοὶ ἔζησαν στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Ἀδριανοῦ, τὸν 2ο μ.Χ. αἰῶνα. Κατάγονταν ἀπὸ τὴν Παμφυλία, καὶ ἀνῆκαν σὰν δοῦλοι στὸν Κάταλλο τὸ Ῥωμαῖο καὶ τὴν γυναῖκα του Τετραδία. Αὐτοὶ λοιπόν, δὲν ἐπέτρεπαν στὴ οἰκογένεια νὰ προσεύχεται καὶ νὰ ψάλλει. Πολλὲς φορὲς μάλιστα, τοὺς ἔδιναν διαταγὲς γιὰ ἔργα ποὺ δὲν ἐπέτρεπε ὁ Νόμος τοῦ Εὐαγγελίου. Ὅταν κάποτε ἡ σύζυγος τοῦ κυρίου τους Τετραδία ἔκανε γιό, ὁΚάταλλος θέλησε νὰ γιορτάσουν τὸ γεγονὸς ὅλοι οἱ δοῦλοι του. Διέταξε λοιπόν, σὲ κοινὸ τραπέζι, νὰ γευθοῦν ὅλοι ἀπὸ τὰ ἄφθονα εἰδωλόθυτα καὶ τὸ κρασί. Ὁ Ἕσπερος,μαζὶ μὲ τὴν Ζωὴ καὶ τὰ παιδιὰ τους Κυριακὸ καὶ Θεόδουλο, περιορίστηκαν σὲξηροφαγία. Ὁ Κάταλλος, ποὺ πρόσεξε τὴν στάση τους, διέταξε νὰ φᾶνε διὰ τῆς βίας. Ἀλλ᾿ ἡ ἁγία οἰκογένεια ἀρνήθηκε, καὶ δήλωσαν ὅτι λυποῦνται ποὺ αὐτὴ τὴν φορὰ δὲνθὰ ὑπακούσουν στὸν κύριό τους. Ἐξοργισμένος τότε ὁ Κάταλλος, ἄναψε μεγάλο κλίβανο, καὶ ἀφοῦ τὸν πύρωσε καλά, ἔριξε καὶ τοὺς τέσσερις μάρτυρες μέσα. Ὅταν ὅμως τὸ πρωὶ ἄνοιξαν τὸν κλίβανο, ἦταν μὲν νεκροὶ καὶ οἱ τέσσερις, ἀλλὰ χωρὶς τὰ λείψανά τους νὰ καοῦν. Ὁ θάνατος τοὺς βρῆκε, μέσα σὲ ἐγκάρδια δέηση πρὸς τὸν Θεό.

Ὁ Ὅσιος Ἰορδάνης ὁ Θαυματουργὸς

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ὅσιος Σάββας ἐπίσκοπος Δαφνουσίας

Ἡ μνήμη τοῦ ὁσίου αὐτοῦ ἀγνοεῖται στὸ Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου καὶ τὰ ἔντυπα Μηναῖα. Ἀναφέρεται στὸν Συναξαριστὴ Delehaye, ἀλλὰ χωρὶς βιογραφικὸ σημείωμα. Στὸν Λαυριωτικὸ Κώδικα ὅμως, 70 φ. 2026, βρίσκεται τὸ ἑξῆς ὑπόμνημα: «Οὗτος διὰ τὴν ἐνάρετον αὐτοῦ πολιτείαν, τὴν κατὰ Θεόν, ἣν ἐκ βρέφους ἐνεδείξατο ἐν πάσῃ εὐλαβείᾳ καὶ σεμνότητι καὶ φόβῳ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν προσοῦσαν αὐτῷ ἀρετὴν ἐπίσκοπος Δαφνουσίας ψήφῳ συνοδικῇ καθίσταται, καὶ τοὺς οἴακας τοῦ θρόνου ἀναλαβὼν πάντας ἐξεπαίδευσεν ἐμμένειν τῇ ἀληθινῇ καὶ εὐλαβεῖ πίστει καὶ πολλοὺς ἀπὸ τῶν εἰδωλολατρῶν ἐπέστρεψε καὶ βάπτισε. Καὶ οὕτω καλῶς καὶ θεοφιλῶς βιώσας πρὸς Κύριον ἐξεδήμησε, Ὃν ἐκ βρέφους ἐπόθησεν».

Εγγραφή ή ανανέωση Συνδρομών