Κυριακή, 14 Μάιος 2017 01:00

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (13/5)

Σήμερα 13/5/2017 εορτάζουν:

  • Αγία Γλυκερία
  • Όσιος Σέργιος ο Ομολογητός
  • Όσιος Ευθύμιος ο Νέος κτήτορας της Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους
  • Άγιος Λαοδίκιος ο δεσμοφύλακας
  • Όσιος Παυσίκακος Επίσκοπος Συνάδων
  • Άγιος Αλέξανδρος ο Μάρτυρας επίσκοπος Τιβεριανών
  • Όσιος Νικηφόρος ο Πρεσβύτερος
  • Ανάμνηση των εγκαινίων του ναού της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου Παντανάσσης στη νήσο της Αγίας Γλυκερίας
  • Όσιος Ιωάννης ο Ίβηρας
  • Όσιος Γεώργιος ο Ίβηρας
  • Όσιος Γαβριήλ ο Ίβηρας
  • Άγιοι Ιβηρίτες Μοναχοί οι Οσιομάρτυρες
  • Μετακομιδή του Ιερού λειψάνου του Αγίου Μακαρίου του Ιερομάρτυρα
  • Άγιος Αββανός
  • Άγιος Ουαλεριανός Επίσκοπος Ωξέρρης
  • Άγιος Ονήσιμος εκ Γαλλίας
  • Άγιος Σαρβάτος Επίσκοπος Τονγκρέ Βελγίου
  • Όσιος Θεόκτιστος
  • Αγία Γλυκερία του Νόβγκοροντ

Ἡ Ἁγία Γλυκερία

13.-Agia-Glykeria

Η ἁγία μάρτυς Γλυκερία ἀνήκει στὴ χορεία τῶν καλ­λινίκων μαρτύρων τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας τοῦ 2ου αἰῶ­νος. Ἡ καταγωγή της ἦταν ἀπὸ τὴν Τραϊανούπολη. Αὐτοκράτωρ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς ἦταν ὁ Ἀντωνῖνος ὁ Εὐσε­βής (138-161) καὶ ἡγεμόνας τῆς περιοχῆς ὅπου διέμενε ἡ Ἁγία ἦταν ὁ Σαβῖνος. Ὁ πατέρας τῆς Ἁγίας ὀνομαζόταν Μακάριος. Ἡ Γλυκερία ἀπὸ τὴ μικρή της ἡλικία ἀγάπησε τὸν Χριστὸ καὶ «ἀνέπτυξε ἔντονη χριστιανικὴ καὶ κατη­χητικὴ δράση». Αὐτὸ στάθηκε καὶ ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ ὁδη­γη­θεῖ στὸν εἰδωλολάτρη ἡγεμόνα.

Ἄφοβα καὶ θαρραλέα ἡ πιστὴ κόρη Γλυκερία στάθηκε μπροστὰ στὸν σκληρὸ ἔπαρχο, καὶ ἀφοῦ χάραξε (ση­μεί­ω­σε) ἐπάνω της τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ὁμολόγησε σταθερά: «Εἶμαι Χριστιανὴ καὶ δούλη Χριστοῦ». Ὁ Σαβῖνος τὴν ἀνάγκασε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Αὐτὴ πλησίασε τὰ ἄψυχα ἀγάλματα καὶ ἀπηύθυνε θερμὴ προσευχὴ πρὸς τὸν Κύριο. Τὴν προσευχή της τὴν τελείωσε μὲ τὰ λόγια: «Ἰη­σοῦ Χριστέ, τὸ ἄμωμο καὶ ἄκακο Ἀρνίο τοῦ Θεοῦ, ἔλα σὲ μένα τὴν ταπεινὴ καὶ σύντριψε τὸν δαίμονα (τὸν Δία), ποὺ δημιουργήθηκε μὲ τὴν ἀνθρώπινη τέχνη, καὶ διασκόρπισε τὴν κακή τους θυσία». Καὶ ἀμέσως ἀκούσθηκε βροντὴ καὶ τὸ πέτρινο ἄγαλμα τοῦ Δία ἔπεσε στὴ γῆ καὶ συντρίφθηκε μὲ κρότο μεγάλο. Ὀργισμένος τώρα ὁ ἔπαρχος, μαζὶ μὲ τοὺς ἱερεῖς τῶν εἰδώλων καὶ τὸ πλῆθος τῶν παρευρι­σκο­μέ­νων εἰδωλολατρῶν ὅρμησαν μὲ πέτρες καὶ λιθο­βο­λοῦ­σαν τὴν Ἁγία, γιὰ νὰ τὴν θανατώσουν παραδειγματικά, γιατὶ δημόσια τοὺς ντρόπιασε. Ὅμως οἱ πέτρες δὲν ἄγγιζαν τὸ ἅγιο σῶμα της. Ἡ Ἁγία σώθηκε θαυματουργικά.

Ἀκολούθησε ἡ φυλάκισή της. Στὴ δύσκολη αὐτὴ ὥρα τὴν ἐνίσχυσε ἡ ἐπίσκεψη τοῦ ἱερέως Φιλοκράτη, ὁ ὁποῖος καὶ τὴν εὐλόγησε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ.

Τὴν ἑπομένη ἡμέρα ἡ Ἁγία ὁδηγήθηκε στὸν ἔπαρχο γιὰ νὰ δικασθεῖ. Ὁ Σαβῖνος τὴν ἀπείλησε πώς, ἐὰν δὲν θυ­σιά­σει στὸν Δία, θὰ θανατωθεῖ. Ἡ Ἁγία προτίμησε τὸν δρόμο τοῦ μαρτυρίου.

Τὴν κρέμασαν ἀπὸ τὰ μαλλιά. Τῆς ἔγδαραν τό κεφάλι. Τὴν κτύπησαν στὸ πρόσωπο. Ὅμως τὴν ὁρμὴ τῶν δημίων τὴν παρέλυσε ἡ θαυματουργικὴ παρουσία καὶ ἐπέμβαση ἀγγέλου. Ἡ Ἁγία πλημμυρισμένη ἀπὸ θεία Χάρη καὶ δύ­να­μη εὐχαριστοῦσε τὸν Θεό... Ἀκολούθησε καὶ πάλι φυλά­κι­ση. Καὶ μάλιστα τώρα αὐστηρότερη, χωρὶς νὰ τῆς δίνουν φαγητὸ καὶ νερό, γιὰ νὰ πεθάνει ἔτσι καὶ νὰ «σβήσει» ἐκεῖ μέσα στὴ φυλακὴ μόνη, ἐγκαταλελειμμένη. Ὁ Κύριος ὅμως δὲν ἐγκατέλειψε τὴν ἐκλεκτὴ δούλη του. Τὴν ἔτρεφε καθημερινὰ μὲ ἄρτο καὶ γάλα. Καὶ τὴν πότιζε μὲ καθαρὸ νερό, ποὺ τὰ ἔφερνε ἄγγελος. Ἡ εἴδηση αὐτὴ συγκλόνισε τὸν Σαβῖνο. Τὴν ἀποφυλακίζει καὶ τὴν ἀναγκάζει νὰ τὸν ἀκολουθήσει σὲ περιοδεία στὴν Ἡράκλεια. Στὴν πόλη αὐτὴ ἡ Ἁγία ἐνισχύθηκε ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία ποὺ εἶχε μὲ τοὺς Χριστιανοὺς καὶ τὴν εὐλογία ποὺ δέχθηκε ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Δομίτιο.

Τὸ μαρτύριο ὅμως τῆς Ἁγίας δὲν εἶχε τελειώσει ἀκόμη. Τὴν ἔριξαν τώρα σὲ πυρακτωμένο καμίνι. Καὶ μὲ ὅπλο της καὶ πάλι τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ μὲ τὴ θερμή της προσευχὴ νίκησε. Δρόσος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἔσβη­σε τὶς ἰσχυρὲς φλόγες. Ἐξαντλημένοι οἱ δήμιοι καὶ νικη­μέ­νος ὁ ἔπαρχος ἀπὸ τὰ «μεγάλα τῆς πίστεως κατορθώ­ματα» τῆς Ἁγίας, ἀποφάσισαν γιὰ τελευταία φορὰ νὰ τὴν πε­τά­ξουν σὲ μιὰ φυλακή, ποὺ ἦταν στρωμένη μὲ αἰχμηρὲς πέ­τρες, ἀφοῦ τῆς ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια.

Ἄγγελος ὅμως Κυρίου καὶ πάλι ἐμφανίσθηκε. Ἔκοψε τὰ δεσμὰ τῆς μάρτυρος καὶ ἐπούλωσε τελείως τὶς πληγές της. Ὁ ὑπεύθυνος δεσμοφύλακας, ὁ Λαοδίκιος, δὲν τὴν ἀναγνώρισε. Φοβήθηκε μήπως ἡ ἴδια εἶχε δραπετεύσει, γι’ αὐτὸ ἑτοιμάσθηκε νὰ αὐτοκτονήσει. Ὅμως ἡ Ἁγία φώ­να­ξε: «Ἐγὼ εἶμαι ἐκείνη ποὺ ζητᾶς. Μὴ κάνεις κακὸ στὸν ἑαυτό σου». Θεία Χάρις περιέλουσε τότε τὸν δεσμοφύλακα. Φόρεσε τὰ δεσμὰ τῆς ἁγίας Γλυκερίας καὶ ἔτρεξε νὰ ὁμο­λο­γήσει πίστη στὸν Θεὸ τῶν Χριστιανῶν. Καὶ ἀμέσως δια­τά­χθηκε ὁ ἀποκεφαλισμός του. (Ὁ ἀπὸ δημίων ἅγιος Λαο­δίκιος συνεορτάζει μὲ τὴν ἁγία Γλυκερία).

Ἀκολούθησε ἀμέσως καὶ τὸ τέλος τῆς μάρτυρος. Τὴν ὁδήγησαν στὸ στάδιο γιὰ νὰ τὴν κατασπαράξουν τὰ θηρία. Μὲ χαρὰ καὶ μὲ προσευχὴ εὐχαριστίας πρὸς τὸν Θεὸ εἰσῆλ­θε ἡ Ἁγία στὸν τελευταῖο τόπο τῆς θυσίας της. Ἐκεῖ τελει­ώ­θηκε καὶ παρέδωσε γαλήνια τὴν ψυχή της στὸν Νυμφίο Κύριο.

Τὸ σῶμα τῆς μάρτυρος τὸ ἐνταφίασαν οἱ Χριστιανοὶ στὴν Ἡράκλεια τῆς Θράκης μὲ τὸν ἐπίσκοπο Δομίτιο. Ἐκεῖ ὑψώθηκε καὶ ὁ «περικαλλὴς ναὸς πρὸς τιμήν της». Καὶ θαύματα πολλὰ γίνονταν. Καὶ δοξαζόταν καὶ μεγαλυνόταν ὁ Θεός.

Ἡ ἁγία Γλυκερία ἀποτελεῖ καύχημα τῶν μαρτύρων γυναικῶν. Ἀπέδειξε μὲ τὴ σταθερότητά της στὰ ἀλλε­πάλ­ληλα μαρτύρια ὅτι ἡ γυναικεία φύση – ὅσο ἀσθενὴς καὶ ἂν φαίνεται – ὅταν συμμαχήσει μὲ τὸν πανίσχυρο ἀναστάντα Κύριο, ὑπερβαίνει τὰ ἀνθρώπινα συνήθη μέτρα καὶ φθάνει σὲ ὑψηλὰ μεγαλεῖα. Γίνεται ἁγία. Δίκαια λοιπὸν ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος χαιρετίζει τὴν Ἁγία καὶ τῆς λέγει:

«Χαῖρε, γυνὴ ἐν Χριστῷ ἀνδρεία· χαῖρε, ἁγία μαρτύρων κλέος. Χαῖρε, τῶν πιστῶν πολυέραστον πρότυπον. Χαῖρε, δι’ ἧς ὁ Βελίαρ ἡττήθη· χαῖρε, δι’ ἧς ἡ Τριὰς ἐδοξάσθη».

Ἂς μελετοῦμε λοιπὸν καὶ ἂς ἐμπνεόμαστε ἀπὸ τὶς γενναῖες αὐτὲς μορφὲς τῶν ἁγίων γυναικῶν τῆς Ἐκκλη­­σί­α­ς μας, οἱ ὁποῖες βίωσαν τὸν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» (Φιλιπ. δ΄ 13). Ὅλα εἶναι κατορθωτά, ὅταν ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ μᾶς ἐνδυναμώνει.

«Ἀπό  τό περιοδικό «Ο ΣΩΤΗΡ»

Ὁ Ἅγιος Λαοδίκιος ὁ δεσμοφύλακας

Αὐτὸς ἦταν δεσμοφύλακας ὅταν ἡ Ἁγία Γλυκερία ἦταν στὴ φυλακή. Κατηχήθηκε ἀπ᾿ αὐτὴ στὴ Χριστιανικὴ πίστη, ἔγινε χριστιανός, ὁμολόγησε τὴν πίστη του καὶ μαρτύρησε διὰ ἀποκεφαλισμοῦ.

Ὁ Ὅσιος Σέργιος ὁ Ὁμολογητής

Καταγόταν ἀπὸ ἐπίσημη καὶ εὐσεβὴ οἰκογένεια. Ὁ τότε εἰκονομάχος αὐτοκράτορας Θεόφιλος, δὲν δίστασε νὰ συμπεριλάβει στοὺς διωγμοὺς ποὺ ἔκανε, μαζὶ μὲ τοὺς μοναχούς, καὶ οἰκογενειάρχες. Ἔτσι καὶ ὁ Σέργιος, καταγγέλθηκε σὰν ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς τῶν ἁγίων εἰκόνων. Τὸν ἔφεραν λοιπὸν μπροστὰ στὸν αὐτοκράτορα, καὶ αὐτὸς προσπάθησε μὲ κάθε τρόπο νὰ ἀλλάξει τὸ φρόνημα τοῦ Σεργίου. Μάταια ὅμως. Ὁ Σέργιος μὲ σταθερότητα εἶπε, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ εὐχαριστήσει τὸν βασιλιά του, προδίδοντας τὸν μεγάλο Βασιλιὰ ὅλης της δημιουργίας, Ἰησοῦ Χριστό. Τότε ὁ Θεόφιλος, δήμευσε ὅλα τὰ ὑπάρχοντα τοῦ Σεργίου καὶ τὸν φυλάκισε. Κατόπιν ἐξορίστηκε μαζὶ μὲ τὴν γυναῖκα του Εἰρήνη καὶ τὰ παιδιά του. Ὅλοι τους φτωχοὶ πλέον, ὑπέφεραν πολλὲς ταλαιπωρίες. Δὲν μετάνοιωσαν ὅμως, ἀλλὰ ἦταν εὐχαριστημένοι διότι δοκιμάζονταν καὶ ὑπέφεραν χάρη τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὸν Σέργιο βρῆκε ὁ θάνατος, μακριὰ ἀπὸ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά του. Καὶ πέθανε μὲ τὴν πεποίθηση, ὅτι αὐτὸς ἔπρεπε νὰ πεθάνει καὶ ὅτι ἡ οἰκογένειά του ἦταν εὐτυχισμένη, διότι εἶχε νὰ ἐπιδείξει παθήματα χάρη τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Σωτῆρα Χριστό.

Ὁ Ὅσιος Παυσίκακος ἐπίσκοπος Συνάδων

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀπάμεια τῆς Βιθυνίας καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Μαυρικίου (582-602). Εἶχε γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ ἐπίσημους στὸ γένος. Ἀπὸ μικρὸς στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν εἰλικρινὴ πίστη του καὶ τὴν ἄμεμπτη ζωή του, σπούδασε ὄχι μόνο Θεολογία, ἀλλὰ καὶ ἰατρικὴ γιὰ νὰ τὴν ἐξασκήσει δωρεὰν ὑπὲρ τῶν φτωχῶν. Ὅταν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἦταν ὁ Κυριακός (595-606), ἐκτιμῶντας τὶς μεγάλες ἀρετὲς τοῦ Παυσίκακου, τὸν ἔπεισε νὰ καταταχθεῖ στὸν ἱερὸ κλῆρο καὶ ἔπειτα τὸν ἀνέδειξε ἐπίσκοπο Συνάδων. Ἀπὸ τὴν νέα του θέση ὁ Παυσίκακος ἐργάστηκε γιὰ τὴν καλύτερη στερέωση τῶν πιστῶν καὶ τὴν ἐξαφάνιση τῶν αἱρέσεων ἀπὸ τὴν ἐπαρχία του, χρησιμοποιῶντας τὴν εὐεργετικὴ καὶ θαυμάσια μάχαιρα τῆς διδασκαλίας τοῦ θείου λόγου. Ὁ βασιλιὰς Μαυρίκιος τὸν εἶχε περὶ πολλοῦ, ἐπειδὴ τὸν θεράπευσε ἀπὸ σοβαρότατη ἀσθένεια, καὶ ἀπὸ εὐγνωμοσύνη καθιέρωσε γιὰ τὴν ἐπισκοπή του ἐτήσιο χρηματικὸ βοήθημα. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά, μοχθῶντας γιὰ τὴν ἐπισκοπὴ του μέχρι τελευταίας του πνοῆς.

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ἱερομάρτυρας, ἐπίσκοπος Τιβεριανῶν

Ἐδῶ γίνεται κάποια σύγχυση σχετικῶς μὲ τὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ. Στοὺς Συναξαριστὲς εἶναι καταχωρημένος χωρὶς ὑπόμνημα. Ἀλλὰ μᾶλλον πρόκειται περὶ τοῦ Ἀλεξάνδρου, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Λαυριωτικὸς Κώδικας 1170 φ. 2386 λέει, ὅτι ὑπῆρξε στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Ῥώμης Μαξιμιανοῦ καὶ ἦταν στρατιώτης στὸ στράτευμα τοῦ κόμη Τιβεριανοῦ, ποὺ βρισκόταν στὴν ἐπισκοπὴ Κεντουλλες ἢ Κεντουλίνες ἢ Κέλλες, ἀπὸ τὴν ὁποία καὶ καταγόταν. Μὲ τὸ πέρασμα τῶν χρόνων, οἱ διάφοροι συγγραφεῖς βιογραφιῶν ἁγίων, τὸν μεταμόρφωσαν σὲ ἐπίσκοπο καὶ ἀπὸ τὸ τάγμα τῶν Τιβεριανῶν, ποὺ ἦταν καταταγμένος, πῆρε καὶ τὸν τίτλο τῆς ἀνύπαρκτης ἐπισκοπῆς (βλέπε 14 Μαίου).

Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ὁ Πρεσβύτερος

Ἦταν Πρεσβύτερος τῆς Μονῆς Ἔφαψεως καὶ ἀφοῦ ἔζησε ζωὴ ἀσκητικὴ καὶ ὅσια, ἀπεβίωσε εἰρηνικά. (Ὁρισμένοι Συναξαριστὲς μαζί του, ἀναφέρουν καὶ τὴν μνήμη κάποιου ὁσ. Ἀγαπίου).

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος, ὁ Νέος κτήτορας τῆς Μονῆς Ἰβήρων Ἁγίου Ὄρους

Ἔζησε στὸ δεύτερο μισό του 10ου αἰῶνα καὶ ἀρκετὰ χρόνια του 11ου. Τὸ 965 ἦλθε καὶ κατοίκησε κοντὰ στὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο τῆς Μονῆς Λαύρας, ὁ σύμβουλος τοῦ βασιλιᾶ τῆς Γεωργίας (Ἰβηρίας) Δαυὶδ Κουροπαλάτη, Ἰωάννης Βαρασβατσέ. Μετὰ ἀπὸ λίγο ἔφερε καὶ τὸν γιό του Εὐθύμιο, καθὼς καὶ ἄλλους ἐπίσημους Γεωργιανοὺς καὶ ἔγιναν ὅλοι μοναχοί. Ἐπειδὴ ὅμως τοὺς εἶχε παραχωρηθεῖ μικρὸς χῶρος, ὁ πνευματικός τους προϊστάμενος Ἰωάννης Βαρασβατσὲ ἀνέλαβε τὴν πρωτοβουλία νὰ ἱδρύσουν ἀνεξάρτητο μοναστήρι. Πρᾶγμα ποὺ ἔγινε μὲ τὴν ἀρωγὴ τοῦ βασιλιᾶ Βασιλείου τοῦ Βουλγαροκτόνου, καὶ ὀνομάστηκε Μονὴ Ἰβήρων, διότι οἱ κτήτορές της ἦταν Ἴβηρες (Γεωργιανοί). Τὸ 998 (κατ᾿ ἄλλους τὸ 1003), ποὺ πέθανε ὁ Ἰωάννης ὁ Ἴβηρας, τὸν διαδέχθηκε ὁ γιὸς καὶ συνεργάτης του Εὐθύμιος. Ὁ Ὅσιος αὐτὸς ἀσχολήθηκε μὲ ἐπιτυχία στὴ διοίκηση τῆς Μονῆς, ἐπίσης μὲ πολὺ ζῆλο καλλιέργησε τὴν πνευματικὴ ζωὴ τῶν ἀδελφῶν τῆς Μονῆς, δίνοντας αὐτὸς πρῶτος τὸν ἑαυτό του τέλειο ὑπόδειγμα σὲ κάθε ἀρετή. Τόση ἦταν ἡ φήμη τῆς ἁγιότητάς του, ὥστε ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος τοῦ πρότεινε τὴν Ἀρχιεπισκοπὴ τῆς Κύπρου, ἀλλὰ ὁ Εὐθύμιος προτίμησε τὸ ἀγαπημένο του Μοναστήρι καὶ ἔτσι δὲν δέχθηκε τὴν πρόταση τοῦ αὐτοκράτορα. Τὸ 1028 πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ Ἁγιορείτικες ὑποθέσεις, ὅπου καὶ πέθανε στὶς 13 Μαΐου, ὁ ἐνάρετος καὶ εὐσεβὴς αὐτὸς ἄνδρας.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ἴβηρ

Ἦταν πατέρας τοῦ Ὁσίου Εὐθυμίου καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ὁ Ἴβηρ

Ἦταν συγγενὴς καὶ διάδοχος στὴ Μονὴ Ἰβήρων τοῦ Ὁσίου Εὐθυμίου. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ὅσιος Γαβριήλ ὁ Ἴβηρ

Ὁ Ὅσιος αὐτὸς ἄκουσε θεία φωνὴ καὶ ἔβγαλε ἀπὸ τὴν θάλασσα τὴν θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας Πορταΐτισσας. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Οἱ Ἅγιοι Μοναχοὶ Ἰβηρίτες Ὁσιομάρτυρες

Οἱ ὅσιοι αὐτοὶ ἀγωνίζονταν ἀσκητικὰ στὴν ἱερὰ Μονὴ Ἰβήρων κατὰ τὸ 1280, ὅταν βασιλιὰς ἦταν ὁ Μιχαὴλ Η´ Παλαιολόγος (1259-1289) καὶ Πατριάρχης ὁ Ἰωάννης ΙΑ´ ὁ Βέκκος (1275-1282). Τότε λοιπόν, οἱ Λατινόφρονες (παπικοί), γύριζαν τὰ διάφορα μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιὰ νὰ πείσουν τοὺς μοναχοὺς ν᾿ ἀκολουθήσουν τὴν πλάνη τους. Ὅταν ἦλθαν καὶ στὴ Μονὴ Ἰβήρων, οἱ Πατέρες αὐτοὶ τῆς Μονῆς δὲν τοὺς δέχτηκαν καὶ τοὺς ἔδιωξαν. Ὁπότε οἱ Λατῖνοι, διέταξαν νὰ συλληφθοῦν ὅλοι. Καὶ τοὺς μὲν καταγόμενους ἀπὸ τὴν Ἰταλία κράτησαν σὰν σκλάβους, τοὺς δὲ ὑπόλοιπους ἔπνιξαν στὴ θάλασσα καὶ ἔτσι ἔλαβαν τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

Εγγραφή ή ανανέωση Συνδρομών