Τρίτη, 11 Απρίλιος 2017 01:00

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (10/4)

Σήμερα 10/4/2017 εορτάζουν:

  • Μεγάλη Δευτέρα
  • Άγιος Γρηγόριος Ε' Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
  • Άγιοι Αφρικανός, Θεόδωρος, Μάξιμος, Πομπήιος, Τερέντιος και άλλοι τεσσαράκοντα Μάρτυρες
  • Προφήτιδα Ολδά
  • Άγιοι Ιάκωβος ο Πρεσβύτερος και Αζάς ο Διάκονος
  • Άγιος Δήμος (ή Δημήτριος) ο αλιεύς
  • Άγιος Χρύσανθος ο Ξενοφωντινός ο Νεομάρτυρας
  • Άγιος Μιλτιάδης πάπας Ρώμης
  • Οσία Αναστασία ηγουμένη του Ούγκλιχ
  • Άγιοι Μάρτυρες οι εν Καμπτακούια της Γεωργίας μαρτυρήσαντες
  • Σύναξη πάντων των εν Ρόδω Αγίων

Οἱ Ἅγιοι Τερέντιος, Ἀφρικανός, Μάξιμος, Πομπηΐος καὶ ἄλλοι 36

Ὁ καυτὸς ἄνεμος τῆς Ἀφρικῆς δὲν ἄργησε νὰ φέρει τὴν διαταγὴ τοῦ Δεκίου, ποὺ διέταξε ἀνελέητο διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν. Ἡ ἀφρικανικὴ χριστιανικὴ κοινότητα ὑπέστη φοβερὴ δοκιμασία. Μπροστὰ στὰ φρικτὰ βασανιστήρια, ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο ἔπεφταν στὴν πλάνη τῆς εἰδωλολατρείας. Μπροστὰ στὸ μεγάλο αὐτὸ κίνδυνο, 40 χριστιανοὶ μὲ ἐπικεφαλῆς τοὺς Τερέντιο, Ἀφρικανό, Μάξιμο καὶ Πομπήϊο, ἀποφάσισαν νὰ ἀντισταθοῦν στοὺς εἰδωλολάτρες καὶ νὰ ἐνθαῤῥύνουν, ἔτσι, τοὺς ὑπόλοιπους χριστιανούς. Παρουσιάστηκαν, λοιπόν, μπροστὰ στὸν ἡγεμόνα Φουρτουνάτο καὶ ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους στὸ Χριστό. Χωρὶς καθυστέρηση ὁ ἡγεμόνας διέταξε νὰ τοὺς βασανίσουν σκληρά. Τότε ὁ ἕνας ἐνίσχυε τὸν ἄλλο μὲ τὰ λόγια του Κυρίου μας: «Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτενόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι». Μὴ φοβηθεῖτε, δηλαδή, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ θανατώνουν τὸ σῶμα, ἀλλὰ δὲν ἔχουν τὴν δύναμη νὰ θανατώσουν τὴν ψυχή. Ὅταν ὁ ἡγεμόνας εἶδε ὅτι μὲ τὰ βασανιστήρια δὲν κατάφερνε τίποτα, διέταξε νὰ τοὺς ἀποκεφαλίσουν. Καὶ ἐνῷ τοὺς ὁδηγοῦσαν στὸν τόπο τῆς ἐκτέλεσης, αὐτοὶ ἔψαλλαν: «Ἔσωσας ἡμᾶς, Κύριε, ἐκ τῶν θλιβόντων ἡμᾶς καὶ τοὺς μισοῦντας ἡμᾶς κατήσχυνας», ποὺ σημαίνει, μᾶς ἔσωσες, Κύριε, ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ μᾶς θλίβουν καὶ καταντρόπιασες αὐτοὺς ποὺ μᾶς μισοῦν. (Ἡ μνήμη τους σὲ ὁρισμένους Συναξαριστὲς περιττῶς ἀναφέρεται στὴν 23η καὶ 28η Ὀκτωβρίου).

Οἱ Ἅγιοι Ἀλέξανδρος, Ἀναξαμένης, Ἀνάξανδρος (ἢ Ἀνάξαρχος), Ἀριστείδης, Δημάρατος, Δημοκλῆς, Δημοσθένης, Διονύσιος, Ἐπαμεινώνδας, Ἐτεοκλῆς, Ζήνων,
Ἠλίας, Ἠρακλῆς, Ἡσαΐας, Ἠφαιστίων, Θεμιστοκλῆς, Θεόδωρος, Θεόφραστος, Θησεῦς, Θωμᾶς, Ἰσοκράτης, Λουκᾶς, Μιλτιάδης, Μνήσαρχος, Ξενοφῶν, Ὄμηρος,
Παρμενίων, Πελοπίδας, Περικλῆς, Πίνδαρος, Πολύβιος, Πολυνίκης, Προμηθεῦς, Σοφοκλῆς, Σωκράτης, Τιμόθεος, Τίτος, Φιλοποίμην, Φωκίων, Χρόνης, (ἢ Χρόνιος)
οἱ 40 ἐξ Ἀφρικῆς Μάρτυρες (+ 249-251)

Ἡ μνήμη τους συναντᾶται ἐπιγραμματικὰ στὸ «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασματάριον» ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας 1959, χωρὶς ἄλλες πληροφορίες. Πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν ἀναφέρεται ἡ μνήμη τους. Ἴσως νὰ εἶναι ἀπὸ τοὺς πιὸ πάνω 36 μάρτυρες, ποὺ μαρτύρησαν μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους Τερέντιο, Ἀφρικανό, Μάξιμο καὶ Πομπήιο.

Ἡ Προφήτιδα Ὄλδα

Ἡ Ἅγια Γραφὴ ἀναφέρει τὴν Ὄλδα στὸ Βιβλίο Δ´ Βασιλειῶν κβ´ 15-17. Ἔζησε στὰ χρόνια Ἰωσίου καὶ κατοικοῦσε στὴν Ἱερουσαλὴμ ἐν τῇ Μασενᾷ.

Οἱ Ἅγιοι Ἰάκωβος ὁ Πρεσβύτερος καὶ Ἄζας ὁ Διάκονος

Ἔζησαν καὶ αὐτοὶ ἐπὶ τοῦ χριστιανομάχου βασιλιᾶ τῶν Περσῶν, Σαπὼρ τοῦ Β´. Ὁ πρεσβύτερος Ἰάκωβος ἦταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Φαραθά, καὶ ὁ διάκονος Ἄζας ἀπὸ τὸ χωριὸ Βιθυκορά. Καταγγέλθηκαν σὰ χριστιανοὶ καὶ ἀνακρίθηκαν μπροστὰ στὸν ἀρχιμάγο Ἀχοσχαργάν. Ἐπειδὴ ὅμως παρέμειναν στὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, στὴν ἀρχὴ τοὺς κτύπησαν σκληρὰ καὶ κατόπιν τοὺς ἄφησαν γυμνοὺς τὴν νύκτα, μέσα σὲ δριμὺ καὶ ἀφόρητο ψῦχος. Τὸ πρωΐ, ποὺ μόλις ἀνέπνεαν, ἀλλὰ ἡ ζωὴ τῆς πίστης διατηροῦσε ὅλο τὸ σφρῖγος καὶ τὴν ἀκμή της στὶς ψυχές τους, τοὺς ῥώτησαν: - Ἀπαρνεῖστε ἐπὶ τέλους τὸν Ἰησοῦ; - Νὰ πεθάνουμε θέλουμε γι᾿ Αὐτόν, ἀπάντησαν οἱ μάρτυρες. Τότε ὁ ἄρχοντας, διέταξε καὶ τοὺς ἀποκεφάλισαν.

Οἱ Ἅγιοι Μακάριος, Ζήνων, Ἀλέξανδρος καὶ Θεόδωρος

Μαρτύρησαν στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Δεκίου (249-251) καὶ ἡγεμόνα Φουρτουνάτου στὴν Ἀφρική. μαζὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους μάρτυρες (40) ἀποφάσισαν νὰ ἀντισταθοῦν στὴν προσταγὴ τοῦ ἡγεμόνα ν᾿ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό. Συνελήφθησαν καὶ ἀφοῦ ὑπέστησαν πολλὰ καὶ σκληρὰ βασανιστήρια, στὸ τέλος τοὺς ἀποκεφάλισαν τὴν ἴδια μέρα μὲ τοὺς Τερέντιο, Ἀφρικανό, Μάξιμο καὶ Πομπήιο, ποὺ μνημονεύονται αὐτὴ τὴν μέρα, ἀλλὰ καὶ τὴν 28η Ὀκτωβρίου. 

Ὁ Ἅγιος Δῆμος (ἢ Δημήτριος)

Ὁ Νεομάρτυρας αὐτὸς καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ὀζοὺν Κιουπροὺ (μακριὰ γέφυρα) τῆς ἐπαρχίας Ἀδριανουπόλεως. Ἔκανε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ψαρᾶ καὶ ἐργαζόταν σὲ κάποιο ἰχθυοτροφεῖο τῆς Σμύρνης. Ἦλθε σὲ προστριβὴ μὲ τὸν Τοῦρκο ἰδιοκτήτη τοῦ ἰχθυοτροφείου, ὁ ὁποῖος τὸν συκοφάντησε ὅτι δῆθεν ὁ Δῆμος ὁρκίστηκε νὰ γίνει Τοῦρκος. Ὁδηγήθηκε μὲ ψευδομάρτυρες στὸν κριτὴ καὶ ἀφοῦ ἐπέμενε σταθερὰ στὴν πίστη του, ῥίχτηκε στὴ φυλακὴ καὶ βασανίστηκε φρικτὰ μὲ διάφορα ξύλα καὶ ἄλλα μέσα. Ὅταν τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν φυλακὴ (τρεῖς φορές), ὁ Δῆμος συνεχῶς ὁμολογοῦσε τὸν Χριστό. Τότε ὁ κριτὴς τὸν καταδίκασε σὲ θάνατο μὲ ἀποκεφαλισμό, γεγονὸς ποὺ συνέβη στὶς 10 Ἀπριλίου 1763, ἡμέρα Πέμπτη, στὴ Σμύρνη. Τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου ἐνταφιάστηκε μὲ τιμὲς στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὴ Σμύρνη. Ὁ τάφος του ἔγινε προσκύνημα τῶν πιστῶν, ποὺ τοὺς παρεῖχε πολλὰ ἰάματα.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ε´ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

10.-Agios-Grigorios-E

Δέν θά ὑ­πάρ­χει ἀ­σφα­λῶς Χρι­στια­νός Ἕλ­ληνας, ὁ ὁ­ποῖ­ος νά μή γνω­ρί­ζει τή με­γά­λη ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή καί ἐ­θνι­κή μορ­φή, τόν ἅ­γιο ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρα καί ἐ­θνο­μάρ­τυ­ρα Γρη­γό­ριο τόν Ε΄ Πα­τριά­ρχη Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως. Πα­σί­γνω­στοι εἶ­ναι οἱ ἀ­γῶ­νες του, οἱ ἐ­θνι­κοί καί οἱ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοί. Συγ­κλο­νι­σ­τι­κό καί τό μαρ­τύ­ριό του. Ἴ­σως ὅ­μως πολ­λοί νά μή γνω­ρί­ζουν, ὅ­τι ὁ ἐ­θνο­μάρ­τυς Γρη­γό­ριος εἶ­ναι καί ἐ­πι­σή­μως ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νος ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α μας ἅ­γιος καί ἑ­ορ­τά­ζε­ται ἡ μνή­μη του στίς 10 Ἀ­πρι­λί­ου. Ἄς ἐμ­πνευ­σθοῦ­με ἀ­πό τή με­γά­λη μορφή, ἡ ὁ­ποί­α τό­σο ἐρ­γά­σθη­κε, ἀλ­λά καί μαρ­τύ­ρη­σε γιά τήν ἀ­νά­στα­ση τοῦ γέ­νους καί τή δό­ξα καί τό με­γα­λεῖ­ο τῆς ἁ­γί­ας μας Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.

Κα­τά τά μαῦ­ρα καί ὁ­λο­σκό­τει­να χρό­νια της σκλη­ρῆς ὑ­πό τούς Τούρ­κους δου­λεί­ας ἔ­ζη­σε ὁ Γρη­γό­ριος. Τό 1745 γεν­νή­θη­κε. Πα­τρί­δα του ἡ Δη­μη­τσά­να. Πι­στοί καί εὐ­σε­βεῖς οἱ γονεῖς του. Στήν καρ­δί­α τους δυ­ό ὀ­νό­μα­τα εἶ­χαν τήν πρώ­τη θέ­ση. Χρι­στός καί Ἑλ­λά­δα. Ὁ Ἰ­ω­άν­νης Ἀγ­γε­λό­που­λος — αὐ­τό ἦ­ταν τό ὄ­νο­μα τοῦ πα­τέ­ρα του — ἕ­να πό­θο βα­θύ εἶχε. Νά μόρ­φω­σει τόν γιό του Γε­ώρ­γιο — αὐ­τό ἦ­ταν τό βα­πτι­στι­κό ὄ­νο­μα τοῦ Γρη­γο­ρί­ου — νά τόν μά­θει γράμ­μα­τα, ἀλ­λά καί νά τοῦ ἐμ­φυσήσει τή θερ­μή πί­στη πρός τόν Χριστό, ὥ­στε νά ἐρ­γα­σθεῖ τό­σο γιά τήν ὑ­ψη­λή ἀ­πο­στο­λή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­σο καί γιά τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ ὑ­πο­δού­λου Ἔ­θνους. Καί πό­ση ἦ­ταν ἡ χα­ρά του καί ἡ ἱ­κα­νο­ποί­η­σή του, ὅ­ταν ἔ­βλε­πε, ὅ­τι ὁ μι­κρός Γε­ώρ­γιος μέ­ρα μέ τήν ἡ­μέ­ρα δι­α­πο­τι­ζό­ταν καί πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη πρός τόν Κύ­ριο, ἀλ­λά καί τήν ἀ­γά­πη πρός τήν πα­τρί­δα.

Τά πρῶ­τα γράμ­μα­τα τά ἔ­μα­θε ὁ Γε­ώρ­γιος στήν ἰ­δι­αί­τε­ρή του πα­τρί­δα, στήν ὁ­ποί­α ἄ­κμα­ζε πε­ρί­φη­μη καί ὀ­νο­μα­στή Σχο­λή. Ὅ­ταν ἔ­φθα­σε σέ ἡ­λι­κί­α εἴ­κο­σι ἐ­τῶν, ἦλ­θε στήν Ἀ­θή­να, ὅ­που πλού­τι­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο τίς γνώ­σεις του. Ἀρ­γό­τε­ρα πῆ­γε στή Σμύρ­νη, ὅ­που σπού­δα­σε στήν ὀ­νο­μα­στή Εὐ­αγ­γε­λι­κή Σχο­λή. Πα­ράλ­λη­λα μέ τά γράμ­μα­τα καλ­λι­ερ­γοῦ­σε καί τήν ἀ­ρε­τή, ὥ­στε νά ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ὡ­ραῖ­ο σύ­νο­λο μορ­φω­μέ­νου καί σε­μνοῦ νέ­ου, στόν ὁ­ποῖ­ο πολ­λές ἐλ­πί­δες νά στη­ρί­ζουν ὅ­σοι τόν γνώ­ρι­ζαν. Καί πράγ­μα­τι πά­νω του εἶ­ναι καρφω­μέ­να τά μά­τια πολ­λῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι πε­ρι­μέ­νουν νά δοῦν τήν ἐ­ξέ­λι­ξή του καί τήν ἐ­νερ­γό ἀ­νά­μι­ξή του στά με­γά­λα καί δύ­σκο­λα προ­βλή­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α πε­ρί­με­ναν τή λύ­ση τους.

Καί οἱ ἐλ­πί­δες τους δέν δι­α­ψεύ­σθη­καν. Ὥ­ρι­μος πλέ­ον στήν ἡ­λι­κί­α ὁ Γε­ώρ­γιος, ἀ­φοῦ καλ­λι­έρ­γη­σε στούς μυ­στι­κούς χώ­ρους τῆς καρ­δί­ας του τόν πό­θο γιά τήν ἱ­ε­ρω­σύ­νη, ἀναχωρεῖ ἀ­πό τή Σμύρ­νη καί φθά­νει στή Ζά­κυν­θο. Στή Μο­νή τῶν Στρο­φά­δων γί­νε­ται μο­να­χός καί παίρ­νει τό ὄ­νο­μα Γρη­γό­ριος. Ἔ­πει­τα ἀ­πό λί­γο τόν βρί­σκου­με στήν Πά­τμο, ἀπό ὅ­που τόν κά­λε­σε ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Σμύρ­νης Προ­κό­πιος καί τόν δι­ό­ρι­σε ἀρ­χι­δι­ά­κο­νο, κι ἔ­πει­τα καί πρω­το­σύγ­κελ­λό του. Ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος ἐ­ξε­λέ­γη Οἰ­κου­με­νι­κός Πα­τριά­ρχης, ὁ Γρη­γό­ριος τόν δι­α­δέ­χθη­κε στόν μη­τρο­πο­λι­τι­κό θρό­νο τῆς Σμύρ­νης. Σα­ράν­τα ἐ­τῶν εἶ­ναι ὁ Γρη­γό­ριος. Πα­ρου­σί­α­σε ὅ­μως τό­ση σύ­νε­ση, τό­ση δυ­να­μι­κό­τη­τα, τό­σο θάρ­ρος, τό­ση δρα­στη­ρι­ό­τη­τα στήν ὑ­ψη­λή θέ­ση, στήν ὁ­ποί­α ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ τόν το­πο­θέ­τη­σε, ὥ­στε δέν εἶ­ναι κα­θό­λου ἀ­νε­ξή­γη­το για­τί ἔ­πει­τα ἀ­πό δω­δε­κα­ε­τή ἀρ­χι­ε­ρα­τεί­α ἐ­κεῖ ἡ Πα­τρι­αρ­χι­κή Σύ­νο­δος τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου τόν κά­λε­σε τό ἔ­τος 1797 νά κρά­τη­σει στά στι­βα­ρά του χέ­ρια τό πη­δά­λιο τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ θρό­νου κα­τά τά τό­σο δύ­σκο­λα καί σκο­τει­νά ἐ­κεῖ­να χρό­νια γιά τή ζω­ή τῶν ὑ­πο­δού­λων.

Εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια χρη­μά­τι­σε Πα­τριά­ρχης Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως. Καί ἀ­πο­τέ­λε­σε τό κυ­ρι­ό­τε­ρο πρό­σω­πο, γύ­ρω ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν στραμ­μέ­νη ἡ προ­σο­χή ὅ­λων τῶν Ἑλ­λή­νων τό­σο ὅ­σων ζοῦ­σαν κά­τω ἀ­πό τόν κα­τα­θλι­πτι­κό ζυ­γό τῆς δου­λεί­ας, ὅ­σο κι ἐ­κεί­νων πού βρί­σκον­ταν δι­α­σκορ­πι­σμέ­νοι μα­κριά ἀ­πό τήν Ἑλ­λά­δα. Χρό­νια γε­μά­τα ἀ­γω­νί­ες καί κό­πους καί θυ­σί­ες καί δι­ωγ­μούς καί κα­θη­με­ρι­νό μαρ­τύ­ριο. Ἐ­νι­σχύ­ει τό ὑ­πό­δου­λο γέ­νος, κά­νει κα­θη­με­ρι­νά δι­α­βή­μα­τα στήν ὑ­ψη­λή Πύ­λη γιά τούς δι­ωγ­μούς καί τά μαρ­τύ­ρια τοῦ ποι­μνί­ου του· βο­η­θᾶ μέ κά­θε τρό­πο τόν πε­νό­με­νο λα­ό, ἐ­νι­σχύ­ει τήν ἐ­πα­νά­στα­ση μέ ὅ­λες του τίς δυ­νά­μεις. Εἶ­ναι ὁ κα­λός ποι­μήν, ὁ ὁ­ποῖ­ος θυ­σιά­ζει τή ζω­ή του γιά χά­ρη τοῦ ποι­μνί­ου. Ὁ θρό­νος του εἶ­ναι σταυ­ρός. Ἀλ­λά σταυ­ρός τόν ὁ­ποῖ­ο ση­κώ­νει μέ χα­ρά, ἀ­φοῦ ὁ δι­κός του σταυ­ρός θά ἐ­λα­φρώ­νει τό μαρ­τύ­ριο τῶν ὑ­πο­δού­λων. Τρεῖς φο­ρές ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νά παραι­τη­θεῖ ἀ­πό τό θρό­νο του καί νά ἀ­πο­συρ­θεῖ στό Ἅ­γιο Ὅ­ρος, ὅ­που πα­ρέ­μει­νε συ­νο­λι­κά δε­κα­ο­κτώ χρό­νια μέ­σα σέ στε­ρή­σεις καί τα­λαι­πω­ρί­ες.

Τό 1818 ἐ­πα­νέρ­χε­ται γιά τρί­τη φο­ρά στήν Πα­τρι­αρ­χί­α. Τά πράγ­μα­τα ὅ­μως εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κά δύ­σκο­λα. Οἱ Τοῦρ­κοι τόν ὑ­πο­βλέ­πουν. Τοῦ πε­ρι­ο­ρί­ζουν τήν ἐ­ξου­σί­α κα­θη­με­ρι­νά ὅ­λο καί πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τόν ἀ­πει­λοῦν. Τόν βρί­ζουν. Ἐ­κεῖ­νος ἀ­γω­νί­ζε­ται χω­ρίς δι­α­κο­πή. Ἐ­νι­σχύ­ει τήν ἐ­πα­νά­στα­ση. Ἐ­ξα­πο­λύ­ει ἐγ­κυ­κλί­ους. Εἶ­ναι ἕ­τοι­μος νά ὑ­πο­στεῖ τό μαρ­τύ­ριο, ὁποια­δή­πο­τε ὥ­ρα κι ἄν ἔλ­θει. Ὡς στύ­λος ἀ­κλό­νη­τος πε­ρι­φρο­νεῖ τή μα­νί­α τῶν τυ­ράν­νων. Ἕ­να πό­θο ἔ­χει: νά δεῖ τό ἔ­θνος ἐ­λεύ­θε­ρο. Τί ση­μα­σί­α ἔ­χει, ἄν γιά τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α του θά χρεια­σθεῖ νά χυ­θεῖ τό αἷ­μα του;

1821. Ἡ ἐ­πα­νά­στα­ση ἔ­χει προ­πα­ρα­σκευα­σθεῖ μέ ἐ­πι­μέ­λεια. Ὅ­λες οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες πεί­θουν τήν ὑ­ψη­λή Πύ­λη, ὅ­τι ἕ­νας ἀ­πό τούς κύ­ριους πρω­τερ­γά­τες τῆς ἐ­πα­να­στά­σε­ως εἶ­ναι ὁ Γρη­γό­ριος. Δια­ρκῶς κιν­δυ­νεύ­ει νά τόν συλ­λά­βουν. Ἔ­χει ὅ­μως ἀ­κό­μη και­ρό νά φύ­γει. Τόν προ­τρέ­πουν οἱ με­γά­λοι. Ἐ­κεῖ­νος ἀρ­νεῖ­ται. Ὁ θά­να­τός μου, λέ­ει, θά ὠ­φε­λή­σει περισσότε­ρο, πα­ρά ἡ ζω­ή μου. Καί ὁ θά­να­τος δέν θά ἀρ­γή­σει νά ἔλ­θει. Τόν προ­βλέ­πει. Εἶ­ναι Κυ­ρια­κή τῶν Βα­ΐ­ων. Κά­θε­ται στήν τρά­πε­ζα μα­ζί μέ Συ­νο­δι­κούς. Σή­με­ρα Κυ­ρια­κή τῶν Βα­ΐ­ων, λέ­ει κά­ποι­α στιγ­μή, τρῶ­με ψά­ρια. Ἔ­πει­τα ἀ­πό λί­γες μέ­ρες τά ψά­ρια θά φᾶ­νε ἐ­μᾶς. Προ­φη­τεί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­πα­λη­θεύ­τη­κε πλή­ρως. Πά­σχα. Λει­τουρ­γεῖ γιά τε­λευ­ταί­α φορά. Ἐ­ξα­ϋ­λω­μέ­νη εἶ­ναι ἡ μορ­φή του. Κοι­νω­νεῖ τά Ἄ­χραν­τα Μυ­στή­ρια. Με­τά τή θεί­α Λει­τουρ­γί­α τόν συλ­λαμ­βά­νουν οἱ ἐ­χθροί. Ἡ σκο­τει­νή φυ­λα­κή δέ­χε­ται τό σῶ­μα του. Τοῦ ζητοῦν νά ἀρ­νη­θεῖ τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Ἐ­κεῖ­νος μέ­νει ἀ­κλό­νη­τος. Τοῦ δί­νουν νά φά­ει. Ἀρ­νεῖ­ται. Μό­λις πρίν λί­γο, ἀ­παν­τᾶ, πῆ­ρα θεί­α καί οὐ­ρά­νια τρο­φή. Προ­σεύ­χε­ται δια­ρκῶς νά γί­νει τό θέ­λη­μα τοῦ Κυ­ρί­ου. Προ­σεύ­χον­ται καί οἱ πι­στοί γιά τή σω­τη­ρί­α τοῦ ποι­με­νάρ­χη τους. Ἀλ­λά ἡ ἀ­πό­φα­ση τοῦ Σουλ­τά­νου εἶ­ναι νά θα­να­τω­θεῖ. Καί μά­λι­στα τήν ἴ­δια ἡ­μέ­ρα τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως. Στήν κεν­τρι­κή πύ­λη τοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου ἔ­γι­νε ὁ ἀ­παγ­χο­νι­σμός. Μέ­σα στίς βρι­σι­ές καί τά ἀ­να­θέ­μα­τα τῶν δη­μί­ων ὁ Πα­τριά­ρχης προ­χω­ρεῖ στήν ἀγ­χό­νη. Τό σῶ­μα του ἔ­πει­τα ἀ­πό λί­γο αἰ­ω­ρεῖ­ται. Ἡ ἁ­γί­α ψυ­χή τοῦ πε­τᾶ στόν Πλά­στη της.

Τό ἅ­γιο λεί­ψα­νό του ἔ­πει­τα ἀ­πό τρεῖς μέ­ρες ρί­χνε­ται στόν Βό­σπο­ρο. Πε­ρι­συλ­λέ­γε­ται ἀ­πό Χρι­στια­νούς ναυ­τι­κούς. Με­τα­φέ­ρε­ται στήν Ὄ­δησ­σο. Γί­νε­ται με­γα­λο­πρε­πής κη­δεί­α. Κι ἔ­πει­τα ἀ­πό 50 ἔ­τη με­τα­φέ­ρε­ται στήν Ἑλ­λά­δα καί ἐ­να­πο­τί­θε­ται στόν Μη­τρο­πο­λι­τι­κό Να­ό τῶν Ἀ­θη­νῶν. Χι­λιά­δες πι­στοί προ­σκυ­νοῦν τόν τά­φο του. Εἶ­ναι ὁ μι­μη­τής τοῦ ἀρχιποίμενος Χρι­στοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος «τήν ψυ­χήν αὐ­τοῦ ἔ­θυ­σεν ὑ­πέρ τῶν προ­βά­των». Ὑ­πάρ­χει ἐν­δο­ξό­τε­ρος θά­να­τος ἀ­πό αὐ­τόν;

Ἀπό τό βιβλίο «Ἀπό τή Ζωή τῶν Ἁγίων»

Ἀρχιμ. Γεωργίου Δημοπούλου

Ὁ Ἅγιος Χρύσανθος ὁ Ξενοφωντινός

Ὁ Νεομάρτυρας αὐτὸς μαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη του στὶς 10 Ἀπριλίου 1821, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, διὰ ξίφους. Ἦταν γέρων στὴν ἡλικία, καὶ ὁ τόπος τοῦ μαρτυρίου του ἡ Κωνσταντινούπολη.

Εγγραφή ή ανανέωση Συνδρομών