Παρασκευή, 03 Μάρτιος 2017 01:00

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (2/3)

Σήμερα 2/3/2017 εορτάζουν:

  • Άγιος Ησύχιος ο Συγκλητικός
  • Άγιος Θεόδοτος επίσκοπος Κυρήνειας Κύπρου Ομολογητής και Ιερομάρτυρας
  • Αγία Ευθαλία η παρθενομάρτυς
  • Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς
  • Άγιος Κόιντος Ομολογητής και Θαυματουργός
  • Άγιοι Νέστωρ και Τριβιμίος
  • Άγιος Τρωάδιος και οι συν αυτώ
  • Άγιοι Ανδρόνικος και Αθανασία
  • Όσιος Ιωακείμ ο Ιθακήσιος
  • Άγιος Chad
  • Άγιος Αμβρόσιος Πατριάρχης Γεωργίας
  • Όσιοι Βαρσανούφιος, Σάββας, Σαββάτιος και Ευφρόσυνος εκ Ρωσίας
  • Άγιος Αρσένιος Επίσκοπος Τβερ της Ρωσίας
  • Όσιος Αρέθας ο Έγκλειστος
  • Όσιος Αβράμιος εκ Ρωσίας
  • Όσιος Αρσένιος εκ Ρωσίας
  • Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου της Ενθρόνου

 

Ὁ Ἅγιος Ἡσύχιος ὁ Συγκλητικός

Ἔζησε στὰ χρόνια του Γαλερίου Μαξιμιανοῦ, στὶς ἀρχὲς τοῦ Δ´ αἰῶνα μ.Χ., καὶ κατεῖχε τὸ ἀξίωμα τοῦ Συγκλητικοῦ. Ὅταν κηρύχθηκε ὁ διωγμὸς ἐνάντια στοὺς χριστιανούς, τοῦ προτείνεται νὰ σώσει τὴν ζωή του καὶ τὶς τιμές του, ἀρνούμενος τὴν πίστη του. Ὁ Ἡσύχιος μὲ θάρρος καὶ ἠρεμία ἐμμένει στὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Μαξιμιανός, ἀφοῦ δὲν μπόρεσε νὰ τὸν μεταπείσει μὲ συμβουλές, ὑποσχέσεις καὶ ἀπειλές, ἀφαιρεῖ τὰ τιμητικά του σύμβολα καὶ τὸν γελοιοποιεῖ μπροστὰ σ᾿ ὅλους τοὺς ἀξιωματούχους. Ὁ Ἡσύχιος ἀτάραχος, ἀπάντᾳ μὲ τὰ λόγια του Κυρίου: «Δόξαν παρὰ ἀνθρώπων οὐ λαμβάνω». Δηλαδή, δόξα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν ἐπιδιώκω νὰ πάρω. Ἐξοργισμένος ὁ Μαξιμιανός, διέταξε τὸ θάνατό του. Τότε μία στρατιωτικὴ συνοδεία τὸν ὁδήγησε στὸν ποταμὸ Ὀρόντη. Ἀφοῦ τοῦ ἔδεσαν μεγάλη πέτρα στὸ λαιμό, τὸν ἔριξαν στὸ πιὸ βαθὺ μέρος. Ἔτσι παρέδωκε τὸ πνεῦμα του στὸ Θεὸ τῆς δόξης, γιὰ νὰ τὸν δοξάσει καὶ Αὐτὸς στὴ μέλλουσα κρίση. Ἀλλὰ ἔδειξε καὶ σ᾿ ὅλους ἐμᾶς δυὸ μεγάλες ἀρετές, τὴν καταφρόνηση τῆς κοσμικῆς δόξας καὶ τὴν θυσία τῆς ζωῆς.

Ὁ Ἅγιος Θεόδοτος ἐπίσκοπος Κυρήνειας Κύπρου Ὁμολογητὴς καὶ Ἱερομάρτυρας

Ἔζησε στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου μ.Χ. αἰῶνα, ὅταν ἡ εἰδωλολατρία κινδύνευε νὰ ἐκπνεύσει. Καὶ ζητοῦσε, ὅπως τὰ θανάσιμα πληγωμένα θηρία, νὰ πέσει μὲ ὅσες δυνάμεις τῆς ἀπέμειναν, νὰ ἐξοντώσει τὴν Ἐκκλησία. Ὁ ἅγιος Θεόδοτος, ἐπίσκοπος στὴν Κυρήνεια τῆς Κύπρου, μὲ τὸ μεγάλο ζῆλο του ὑπὲρ τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ γιὰ τὶς κατακτήσεις ποὺ ἐπιτύγχανε μέσα στὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο, προκάλεσε τὴν ὀργὴ τοῦ ἡγεμόνα Σαβίνου. Ἀφοῦ τὸν συνέλαβε, προσπάθησε νὰ τὸν πείσει ν᾿ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του στὸ Χριστό. Ὁ Θεόδοτος ὄχι μόνο δὲν ἀρνήθηκε τὴν πίστη του, ἀλλὰ καὶ μίλησε θαρραλέα στὸν ἡγεμόνα κατὰ τῆς εἰδωλολατρικῆς πλάνης καὶ τὸν ἐξόρκισε ν᾿ ἀρνηθεῖ τοὺς ψεύτικους θεούς. Τότε ὁ Σαβίνος τὸν βασάνισε σκληρά, ἀλλὰ μπροστὰ στὴν ἐξέγερση τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ, φοβήθηκε καὶ διέταξε νὰ μεταφερθεῖ ὁ καταπληγωμένος Ἱεράρχης στὴ φυλακή. Ἀλλὰ καὶ στὴ φυλακὴ ὁ Θεόδοτος δὲν ἐγκατέλειψε τὸ ἔργο του. Βρῆκε ἀνθρώπους, ὅπου τοὺς μετέδωσε τὴν ἀλήθεια καὶ ἔτσι ἔκανε μέσα στὴ φυλακὴ ἕνα μικρὸ ποίμνιο. Ἀργότερα, ἐπὶ Μεγάλου Κων/νουἐλευθερώθηκε καὶ συνέχισε μὲ περισσότερο ζῆλο τὸ ἔργο του. Μετὰ δυὸ χρόνια ὅμως πέθανε, ἀφοῦ ἄφησε ἀλησμόνητο ὑπόδειγμα σὲ κλῆρο καὶ λαό. (Ἡ μνήμη του - ἀπὸ ὁρισμένους Συναξαριστὲς - περιττῶς ἐπαναλαμβάνεται τὴν 17η καὶ τὴν 19η Ἰανουαρίου).

Ὁ Ἅγιος Κόϊντος Ὁμολογητὴς καὶ Θαυματουργός

Ἔζησε τὸν 3ο αἰῶνα μ.Χ. στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Λευκτίου Αὐρηλιανοῦ τοῦ Σιδηρόχειρα, καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Φρυγία. Εἰδωλολάτρης πρίν, ἀλλὰ μὲ ἀγάπη πρὸς τὴν ἀλήθεια καὶ πόθο πρὸς τὴν ἀρετή, δὲν δυσκολεύτηκε νὰ ἀσπασθεῖ τὴν χριστιανικὴ πίστη, ὅταν ἄκουσε τὴν διδασκαλία της καὶ εἶδε τὶς ἀρετὲς τῶν πιστῶν της. Κάποτε λοιπόν, πῆγε σὲ κάποιο χωριό, τὴν Αἰολίδα, καὶ μοίραζε ἐλεημοσύνη στοὺς φτωχούς. Ὁ δὲ ἡγεμόνας Ῥοῦφος, τὸν συνέλαβε, καὶ ὅταν τόν διέταξε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα ἀμέσως κατέλαβε τὸν ἡγεμόνα δαιμόνιο. Τότε ὁ Ἅγιος, παρακάλεσε τὸν Θεὸ καὶ ὁ ἡγεμόνας ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὸ δαιμόνιο. Ὁ δὲ Ῥοῦφος, ὄχι μόνο ἄφησε ἐλεύθερο τὸν Κόϊντο, ἀλλὰ τοῦ ἔδωσε καὶ πολλὰ δῶρα γιὰ τὸ εὐεργέτημα ποὺ τοῦ ἔκανε. Κατόπιν πῆγε σὲ μία ἄλλη πόλη, τὴν Κύμη, ὅπου μὲ τὴν βία οἱ εἰδωλολάτρες τὸν εἰσήγαγαν σὲ εἰδωλολατρικὸ ναὸ προκειμένου νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Καὶ ἐπειδὴ διὰ τῆς προσευχῆς τοῦ Ἁγίου ἔγινε σεισμὸς καὶ γκρεμίστηκε ὁ ναὸς τῶν εἰδώλων, ἔντρομοι οἱ εἰδωλολάτρες ἄφησαν ἐλεύθερο τὸν Ἅγιο. Μετὰ 40 μέρες, συνέλαβε τὸν Ἅγιο ὁ ἄρχοντας Κλέαρχος, ποὺ ἦταν φανατικὸς εἰδωλολάτρης καὶ διέταξε νὰ συντρίψουν τὰ σκέλη τοῦ Μάρτυρα. Ὅταν δὲ ἔγινε αὐτό, ἀμέσως αὐτὰ ἔγιναν σῶα καὶ ὑγιῆ, μὲ τὴν δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ὁ Κόϊντος πήγαινε σὲ διάφορες πόλεις καὶ χωριά, γιὰ 10 ὁλόκληρα χρόνια καὶ γιάτρευε κάθε ἀσθένεια καὶ βοηθοῦσε τοὺς φτωχούς. Ἔτσι, μὲ τέτοια θαύματα καὶ θεάρεστα ἔργα ποὺ ἔπραξε, παρέδωσε τὴν μακάρια ψυχή του στὸν Κύριο. (Ἡ μνήμη του περιττῶς ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὴν 2α Ἰουλίου).

Οἱ Ἅγιοι Νέστορας καὶ Τριβίμιος (ἢ Τριβιμίνος)

Κατάγονταν ἀπὸ τὴν Πέργη τῆς Παμφυλίας. Στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Δεκίου (249-251) καταγγέλθηκαν ὅτι ἦταν χριστιανοὶ καὶ μαστιγώθηκαν σκληρὰ μὲ μαστίγια ἀπὸ νεῦρα βοδιοῦ. Ἔπειτα τοὺς κρέμασαν καὶ τοὺς ἔσχισαν μέχρι τὰ σπλάχνα. Ἐπειδὴ ὅμως ἔμειναν ἀμετακίνητοι στὴν πίστη τους, ἀποκεφαλίστηκαν καὶ ἔτσι πῆραν τὰ στεφάνια τοῦ μαρτυρίου. (Πολὺ πιθανό, ὁ Ἅγιος Νέστορας, νὰ εἶναι ὁ ἴδιος με αὐτὸν τῆς 28ης Φεβρουαρίου, διότι οἱ βιογραφίες τους συμπίπτουν).

Ὁ Ἅγιος Τρωάδιος καὶ οἱ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν μαρτυρήσαντες

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Δεκίου (249-251).

Ἡ Ἁγία Εὐθαλία ἡ Παρθενομάρτυς

2.Agia-Euthalia

Σι­κε­λί­α! Τό με­γά­λο αὐ­τό νη­σί τῆς Κά­τω Ἰ­τα­λί­ας εἶ­χε τό προ­νό­μιο νά ἀ­κού­σει ἀ­πό πο­λύ νω­ρίς τό κή­ρυγ­μα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Τό δέ­χθη­κε μέ προ­θυ­μί­α καί εὐ­γνω­μο­σύ­νη καί τό ἔκα­νε πί­στη καί ἔρ­γο της. Εἶ­χε δι­α­μέ­σου τῶν αἰ­ώ­νων νά πα­ρου­σιά­σει πλή­θη Ἁ­γί­ων, Ὁ­σί­ων, Ἱ­ε­ραρ­χῶν καί μο­να­χῶν, ὅ­πως καί Μαρ­τύ­ρων ἀν­δρῶν καί γυ­ναι­κῶν, νέ­ων καί νεανίδων. Ἡἁ­γί­α Εὐθαλία εἶ­ναι τέ­κνο τῆς Σι­κε­λί­ας, νε­α­ρή, Ὁ­σί­α καί συγ­χρό­νως Μάρ­τυς.

Στή Σι­κε­λί­α ἔ­φθα­σαν νω­ρίς τά ρή­μα­τα τῶν ἁ­λι­έ­ων. Ἔ­τσι ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν τό κή­ρυγ­μα τῶν Ἀ­πο­στό­λων. Δέν κα­τέ­λα­βαν ὅ­μως ἀ­μέ­σως ὅ­λο τό με­γά­λο νη­σί. Πέ­ρα­σαν αἰ­ῶ­νες καί ἀκό­μη βρί­σκον­ταν ἐ­θνι­κοί, οἱὁ­ποῖ­οι λά­τρευ­αν τά εἴ­δω­λα καί θυ­σί­α­ζαν σ’ αὐ­τά. Ἦ­ταν εἰ­δω­λο­λά­τρες μέ πεῖ­σμα καί πά­θος. Ἴ­σως ὁ σα­τα­νᾶς εἶ­χε δι­α­θέ­σει τούς τε­λευ­ταί­ους καιρούς ὅ­λες του τίς δυ­νά­μεις, ὥ­στε νά μή μπο­ρέ­σει ἡ νέ­α θρη­σκεί­α τοῦ Χρι­στοῦ νά τόν με­τα­κι­νή­σει ἀ­πό τίς θέ­σεις, πού εἶ­χε κα­τα­λά­βει στούς τό­πους καί τίς ψυ­χές ἀν­θρώ­πων.

Ὅ­μως βρί­σκον­ταν καί κα­λο­προ­αί­ρε­τες ψυ­χές, οἱὁ­ποῖ­ες μέ προ­θυ­μί­α δέ­χον­ταν τόν θεῖ­ο σπό­ρο. Μί­α ἀ­π’ αὐ­τές ἦ­ταν καί ἡ Εὐθαλία, μη­τέ­ρα τῆς ἁ­γνῆς Εὐθαλίας, ἡὁ­ποί­α ἀργότερα ἀ­να­δεί­χθη­κε Μάρ­τυς. Ἄ­κου­σε ἡ μη­τέ­ρα Εὐθαλία νά κη­ρύτ­τε­ται ἡἀ­λή­θεια τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου καί εἶ­δε φῶς. Φῶς μέ­γα πλημ­μύ­ρι­σε τήν καρ­διά της καί νέ­οι ὁ­ρί­ζον­τες ἀνοίχθη­καν μπρο­στά της. Καί εἶ­δε κα­θα­ρά πό­σο σκλη­ρή, ἀ­πάν­θρω­πη, πο­νη­ρή καί ἀ­νή­θι­κη ἦ­ταν ἡ θρη­σκεί­α καί ἡ λα­τρεί­α τῶν εἰ­δώ­λων καί πό­σο εὐ­γε­νής, ἁ­γνή, ἁ­γί­α ἦ­ταν ἡ ἀλή­θεια τοῦ Χρι­στοῦ! Πώς μπο­ροῦ­σε νά συγ­κρι­θεῖ ἡ εἰ­δω­λο­λα­τρι­κή σκλη­ρό­τη­τα μέ τήν ἀ­γά­πη καί τήν εὐ­γέ­νεια τῶν Χρι­στια­νῶν; Τό­ση ἦ­ταν ἡἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ τῶν Χριστιανῶν, ὥ­στε ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος καί θυ­σι­ά­σθη­κε γιά τή σω­τη­ρί­α τῶν ἀν­θρώ­πων. Τό­ση ἦταν ἡἀ­γά­πη του, πού τήν ἔ­κα­νε καί ἀ­γά­πη τῶν δι­κῶν του, ὥ­στε οἱ ἀκό­λου­θοί του νά θυ­σι­ά­ζον­ται γιά τόν Σω­τή­ρα τους, ἀλ­λά καί γιά τούς ἀ­δελ­φούς τους ἀν­θρώ­πους.

Ἡ εὐ­αγ­γε­λι­κή ἀ­λή­θεια, ὅ­πως τήν ἄ­κου­γε κι ὅ­πως τήν ζοῦ­σε ἡ μη­τέ­ρα Εὐθαλία, τήν με­τα­μόρ­φω­νε καί συγ­χρό­νως κι­νοῦ­σε τήν πε­ρι­έρ­γεια καί τό ἐν­δι­α­φέ­ρον τῆς κό­ρης τῆς Εὐθαλίας. Ποῦ πή­γαι­νε ἡ μη­τέ­ρα της, μέ ποι­ούς συ­να­να­στρε­φό­ταν, ποι­ές ἦ­ταν οἱ νέ­ες της πε­ποι­θή­σεις πού τήν ἄλ­λα­ξαν ἔ­τσι; Καί τό πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε. Μέ πολ­λή προ­θυ­μί­α ἡ μη­τέ­ρα Εὐθαλία τήν μύ­η­σε στά μυ­στι­κά της ἁ­γι­ο­τά­της χρι­στι­α­νι­κῆς πί­στε­ως καί τήν κα­θο­δή­γη­σε πῶς κι αὐ­τή νά γνω­ρί­σει τόν Χρι­στό. Καί ἡ κα­λο­προ­αί­ρε­τη ψυ­χή τῆς νε­α­ρῆς Εὐθαλίας ἀ­κο­λού­θη­σε τή μη­τέ­ρα της στίς ὁ­δούς τῆς ζω­ῆς. Πί­στευ­σε καί μέ συ­ναί­σθη­ση προ­σῆλ­θε στό ἅ­γιο Βά­πτι­σμα. Ἔ­γι­νε συ­νει­δη­τή Χρι­στια­νή.

Ὅ­μως ὑ­πῆρ­χαν καί ἄν­θρω­ποι ὑ­πο­χεί­ριοι τοῦ σα­τα­νᾶ, οἱὁ­ποῖ­οι ἀν­τι­δροῦ­σαν μέ πεῖ­σμα στήν ἐ­πέ­κτα­ση τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ. Ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τούς ἦ­ταν καί ὁἀ­δελ­φός της νε­α­ρῆς Εὐθαλίας, ὁ Σερ­μι­νια­νός. Φα­να­τι­κός στήν εἰ­δω­λο­λα­τρί­α, ἀν­τέ­δρα­σε μέ πεῖ­σμα στή νέ­α πί­στη τῆς ἀ­δελ­φῆς καί τῆς μη­τέ­ρας του. Καί ἀ­παί­τη­σε καί ἀ­πεί­λη­σε νά ἀ­φή­σουν καί οἱ δυ­ό ἀ­μέ­σως ὅ,τι τε­λευ­ταί­α ἄρ­χι­σαν νά πι­στεύ­ουν, καί νά ἐ­πα­νέλ­θουν στήν πα­λιά τους θρη­σκεί­α, πού τήν ἔ­χουν τι­μή­σει φι­λό­σο­φοι καί ρή­το­ρες, στρα­τη­γοί τῶν Ρω­μαί­ων καί αὐτο­κρά­το­ρες. Δέν ξέ­νι­σε τίς δυ­ό γυ­ναῖ­κες ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά τοῦ Σερ­μι­νια­νοῦ. Τό εἶ­χε προ­εί­πει ὁ Κύ­ριος, ὅ­τι πολ­λές φο­ρές θά εἶ­ναι «ἐ­χθροί τοῦ ἀν­θρώ­που οἱ οἰ­κια­κοί αὐ­τοῦ» καί ὅ­τι «πα­ρα­δώ­σει ἀ­δελ­φός ἀ­δελ­φόν εἰς θά­να­τον καί πα­τήρ τέ­κνον, καί ἐ­πα­να­στή­σον­ται τέ­κνα ἐ­πί γο­νεῖς καί θα­να­τώ­σου­σιν αὐ­τούς» (Μάτθ. ι΄ 36, 21). Ὅ­μως αὐ­τό πού ἐπιθυμοῦσε καί ἀ­παι­τοῦ­σε ὁ Σερ­μι­νια­νός, δέν μπο­ροῦ­σε νά γί­νει. Τόν Θη­σαυ­ρό τους καί τόν πο­λύ­τι­μο Μαρ­γα­ρί­τη τους, πού βρῆ­καν ἡ Εὐθαλία μη­τέ­ρα καί ἡ Εὐθαλία κό­ρη, δέν ἦ­ταν δυ­να­τόν νά τόν ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν.

Μί­α οἰ­κο­γέ­νεια δι­χα­σμέ­νη καί μά­λι­στα σέ ἀν­τί­θε­τα πο­λε­μι­κά στρα­τό­πε­δα. Τῆς ἀ­λήθειας καί τοῦ ψεύ­δους, τῆς ἀ­γά­πης καί τοῦ μί­σους. Ποι­ός θά νι­κή­σει; Ὁ Σερ­μι­νια­νός προχωρεῖ. Τήν στα­θε­ρό­τη­τα μη­τέ­ρας καί ἀ­δελ­φῆς τήν ἀν­τι­με­τω­πί­ζει δυ­να­μι­κά. Ἐ­πι­τί­θε­ται πρῶ­τα ἐ­ναν­τί­ον τῆς μη­τέ­ρας, τήν ὁ­ποί­α θε­ω­ρεῖ αἰ­τί­α τῆς πα­ρα­πλα­νή­σε­ως τῆς ἀδελφῆς του. Μέ τό κα­κοῦρ­γο συ­ναί­σθη­μά του τήν ἁρ­πά­ζει ἀ­πό τόν λαι­μό ἕ­τοι­μος νά τήν πνί­ξει. Κι ἐ­κεί­νη μέ τόν φό­βο, μή­πως ὁ Σερ­μι­νια­νός κα­ταν­τή­σει μη­τρο­κτό­νος, ἐγκαταλεί­πει τό σπί­τι τους καί φεύ­γει μα­κριά. Μέ­νει ἡἀ­δελ­φή. Ἐ­πι­τί­θε­ται τώ­ρα καί σ’ αὐ­τήν. Δέν τή λυ­πᾶ­ται. Δέν τή σέ­βε­ται. Ἀ­δελ­φή του εἶ­ναι, ἕ­να νέ­ο ἁ­πα­λό πλά­σμα. Αὐ­τός τή βλέ­πει ὡς ἐ­χθρό. Αὐ­τός ἐμ­πνέ­ε­ται ἀ­πό τόν ἀρ­χέ­κα­κο δι­ά­βο­λο. Ἐ­πι­τί­θε­ται μέ μα­χαί­ρι στό χέ­ρι καί μέ μί­α κί­νη­ση, ὅ­πως ἦ­ταν πε­σμέ­νη στή γῆ, τῆς ἔ­κο­ψε τό κε­φά­λι.

Ποι­ός νί­κη­σε; Φαι­νο­με­νι­κά ὁ φα­να­τι­κός εἰ­δω­λο­λά­τρης ἀ­δελ­φός. Ὅ­μως ἡ νί­κη ἦ­ταν τῆς ὁ­σί­ας Εὐθαλίας, ἡὁ­ποί­α μέ τή στα­θε­ρό­τη­τά της νί­κη­σε τά πο­νη­ρά δε­λε­ά­σμα­τα τοῦ αἱμοβό­ρου ἀ­δελ­φοῦ καί τοῦ πα­τρός του σα­τα­νᾶ καί κέρ­δι­σε τόν οὐ­ρα­νό. Ἄγ­γε­λοι πα­ρέ­λα­βαν τήν ἁ­γί­α ψυ­χή της καί τήν ὁ­δή­γη­σαν στόν οὐ­ρα­νό κον­τά στόν Κύ­ριο, τόν Ἀρ­χη­γό τῶν Μαρ­τύ­ρων, καί τήν κα­τέ­τα­ξαν ἀ­νά­με­σα στίς Ὁ­σί­ες καί Μάρ­τυ­ρες γυ­ναῖ­κες. Πα­ρά­δειγ­μα στα­θε­ρό­τη­τος καί εὐ­γε­νοῦς ἐμ­μο­νῆς στήν ἁ­γί­α πί­στη καί τή χρι­στι­α­νι­κή ζω­ή μέ­σα στήν οἰ­κο­γέ­νεια.

Ἀπό τό βιβλίο «Ἄνθοι τοῦ Παραδείσου»

Ἀρχιμ. Θεοδώρου Μπεράτη

Οἱ Ἅγιοι Ἀνδρόνικος καὶ Ἀθανασία

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους. (Ἴσως νὰ εἶναι οἱ ἴδιοι με αὐτοὺς τῆς 9ης Ὀκτωβρίου).

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς

2.-Agios-Nikolaos-Planas

Ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος ὁ Πλα­νᾶς εἶ­ναι μί­α ὁ­σί­α ἱ­ε­ρα­τι­κὴ μορ­φὴ τῶν νε­ω­τέ­ρων χρό­νων τῆς ᾿Εκ­κλη­σί­ας μας. Ἔ­ζη­σε καὶ ἔ­δρα­σε στὴν πό­λι τῶν Ἀ­θη­νῶν. ῾Υ­πῆρ­ξε κα­τὰ τὴν μαρ­τυ­ρί­α συγ­χρό­νων του «ὁ τα­πει­νό­τε­ρος τῶν ἱ­ε­ρέ­ων καὶ ὁ ἁ­πλο­ϊ­κώ­τε­ρος τῶν ἀν­θρώ­πων» τῆς ἐ­πο­χῆς του· «ἀ­ξι­α­γά­πη­τος» ὑ­πὸ πά­ντων καὶ «ἄ­ξιος τοῦ πρώ­του μα­κα­ρι­σμοῦ τοῦ Σωτῆρος».

Γεν­νή­θη­κε στὴ Νάξο τὸ 1851 ἀ­πὸ τοὺς εὐ­λα­βεῖς νη­σι­ῶ­τες τὸν κα­πε­τὰν Ἰ­ω­άν­νη καὶ τὴν Αὐ­γου­στί­να. Ὁ παπ­ποῦς του ὁ πα­πα-Γι­ώρ­γης ὁ Με­λισ­σουρ­γὸς τοῦ ἐ­νέ­πνευ­σε ἀ­γά­πη θερ­μὴ πρὸς τὴν ᾿Εκ­κλη­σί­α καὶ τὴν ῾Ι­ε­ρω­σύ­νη. Ἀ­πὸ μι­κρὸ παι­δὶ ἐ­ξε­δή­λω­σε εὐ­σέ­βεια βα­θυ­τά­τη. ᾿Ε­πε­σκέ­πτε­το τὰ ἐ­ξωκ­κλή­σια τῆς νή­σου, ἄ­να­βε τὰ καν­τή­λια καὶ ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­σε μὲ τὸν Θε­ὸ καὶ τοὺς Ἁ­γί­ους τό­σο ζων­τα­νά, σὰν νὰ συ­νω­μι­λοῦ­σε μὲ πο­λὺ δι­κο­ύς του ἀν­θρώ­πους. Σὲ ἡ­λι­κί­α 14 ἐ­τῶν ἔ­μει­νε ὀρ­φα­νὸς ἀ­πὸ πα­τέ­ρα καὶ ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του με­το­ί­κη­σε στὴν Ἀ­θή­να, στὴν πε­ρι­ο­χὴ τῆς ση­με­ρι­νῆς Πλά­κας κά­τω ἀ­πὸ τὴν Ἀ­κρό­πο­λι.

Σὲ νε­α­ρὰ ἡ­λι­κί­α νυμ­φε­ύ­ε­ται τὴν ἐ­νά­ρε­τη ῾Ε­λέ­νη ἀ­πὸ τὰ Κύθηρα. ᾿Ε­νω­ρὶς ὅ­μως ἡ σύ­ζυ­γός του ἐ­κοι­μή­θη ἀ­φή­νον­τας πί­σω τὸ μο­νά­κρι­βο παι­δί τους Ἰ­ω­άν­νη. Μὲ καρ­τε­ρί­α ψυ­χῆς ση­κώ­νει ὁ Νι­κό­λα­ος τὸν σταυ­ρὸ ποὺ ὁ Κύριος τοῦ ἔ­δω­σε. Κρί­νει ὅ­τι ἔ­φθα­σε τώ­ρα ἡ ὥ­ρα νὰ προ­σφερ­θεῖ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὸν Κύριο. Στὶς 28 Ἰ­ου­λί­ου 1879 ἐκ­πλη­ρώ­νε­ται ὁ παιδι­κός του πό­θος. Χει­ρο­το­νεῖ­ται δι­ά­κο­νος στὸν ἱ­ε­ρὸ Να­ὸ Με­τα­μορ­φώ­σε­ως τοῦ Σω­τῆ­ρος τῆς Πλά­κας, ὅ­που καὶ θὰ δι­α­κο­νή­σει γιὰ πέ­ντε χρό­νια. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ἀρ­χί­ζει τὴν ποιμαντική του δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Μὲ τὸ γλυ­κό του λό­γο, φω­τί­ζει, νου­θε­τεῖ καὶ πα­ρη­γο­ρεῖ τοὺς ἐ­νο­ρῖ­τες του. Στὶς 2 Μαρ­τί­ου 1884 χει­ρο­το­νεῖ­ται ἱ­ε­ρεὺς στὸ ἱ­στο­ρι­κὸ ἐκ­κλη­σά­κι τῆς Πλά­κας τοῦ ἁ­γί­ου ᾿Ε­λισ­σα­ί­ου. Το­πο­θε­τεῖ­ται στὴν ἀρ­χὴ ἐ­φη­μέ­ριος στὸν ἅ­γιο Παν­τε­λε­ή­μο­να Ἰ­λισ­σοῦ μὲ 13 μό­λις τό­τε οἰ­κο­γέ­νει­ες - ἐ­νο­ρῖ­τες. Καὶ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο στὸν ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη τῆς ὁ­δοῦ Βου­λι­αγ­μέ­νης μὲ 8 οἰ­κο­γέ­νει­ες, ὅ­που πα­ρέ­μει­νε μέ­χρι τὸ ὁ­σια­κό του τέ­λος.

Ὁ ἅ­γιος ἱ­ε­ρεὺς Νι­κό­λα­ος ὁ Πλα­νᾶς, ἂν καὶ ἦ­ταν ὀ­λι­γο­γράμ­μα­τος, ἦ­ταν πλο­ύ­σιος σὲ «ἄ­νω­θεν» σο­φί­α. Πλοῦ­τος του ἦ­ταν ὁ Θε­ός, τὸν ὁ­ποῖ­ον ὑ­πε­ρα­γα­ποῦ­σε καὶ ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε «ἐξ ὅ­λης ψυ­χῆς καὶ καρ­δί­ας». Ὁ βι­ο­γρά­φος του ση­μει­ώ­νει ὅ­τι «δι­ήρ­χε­το τὸ πλεῖ­στον τοῦ χρό­νου εἰς τὰς αὐ­λὰς τοῦ Κυ­ρί­ου κα­τα­γι­νό­με­νος εἰς μα­κρὰς ἀλ­λὰ λί­αν κα­τα­νυ­κτι­κὰς προσευ­χὰς τε­λῶν πά­σας τὰς ἱ­ε­ρὰς ἀ­κο­λου­θί­ας».

Δι­ε­κρί­θη ὡς εὐ­λα­βέ­στα­τος λει­τουρ­γὸς τοῦ ἱ­ε­ροῦ Θυ­σι­α­στη­ρί­ου. Κα­τὰ τὴν ὥ­ρα τῆς Λα­τρε­ί­ας ἀ­πε­σπᾶ­το ἀ­πὸ τὰ γή­ϊ­να. ῾Υ­πῆρ­ξαν φο­ρὲς ποὺ παι­διὰ μὲ τὰ ἁ­γνά τους μά­τια τὸν ἀντί­κρι­ζαν «νὰ ἀ­στρά­φτει ἀ­πὸ οὐ­ρά­νιο φῶς» ἢ ἄλ­λο­τε ἔκ­πλη­κτα ὁ­μο­λο­γοῦ­σαν· «Ὁ παπ­πο­ύ­λης δὲν πα­τά­ει στὴ γῆ... ἀ­νε­βα­ί­νει στὸν οὐ­ρα­νό». Πλῆ­θος ἀν­θρώ­πων ἐγ­γραμ­μά­των ἀλ­λὰ καὶ ἁ­πλο­ϊ­κῶν ἤρ­χε­το στὶς θεῖ­ες Λει­τουρ­γί­ες ποὺ κα­θη­με­ρι­νὰ ἐ­πὶ 50 ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια τε­λοῦ­σε στὸν ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη καὶ τὰ βυ­ζαν­τι­νὰ να­ΰ­δρια γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν Ἀ­κρό­πο­λι. Μετάγγι­ζε στοὺς πι­στοὺς πά­ντο­τε μιὰ οὐ­ρά­νια ἀ­τμό­σφαι­ρα «βα­θε­ί­ας κα­τα­νύ­ξε­ως, ἀ­πο­λύ­του ἡ­συ­χί­ας καὶ προ­ση­λώ­σε­ως ὅ­λων εἰς τὰ ἐν τῷ να­ῷ τε­λο­ύ­με­να», κα­τὰ τὴν μαρ­τυ­ρί­α πολ­λῶν.

Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τῆς θερ­μῆς του ἀ­γά­πης εἶ­ναι πὼς ­μνη­μό­νευ­ε ἐ­πὶ πολ­λὲς ὧ­ρες ἑ­κα­τον­τά­δες μνη­μο­νε­ύ­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α ὀ­νό­μα­ζε «τὰ γραμ­μά­τιά μου καὶ τὰ συμ­βό­λαιά μου» καὶ τὰ με­τέ­φε­ρε στὸν ὦ­μο του σὲ δύ­ο πά­νι­νες σακ­κοῦ­λες.

Ὁ ὅ­σιος αὐ­τὸς ἱ­ε­ρεὺς ἦ­ταν γε­μᾶ­τος ἀ­γα­θω­σύ­νη καὶ ἐ­λε­η­μο­σύ­νες. «Ἔ­δι­δε ὅ,τι εἶ­χε». Με­τέ­βαι­νε ἀ­θό­ρυ­βα καὶ ἐ­λε­οῦ­σε ἢ συν­τη­ροῦ­σε τα­κτι­κὰ πτω­χὲς οἰ­κο­γέ­νει­ες, ἐ­πλή­ρω­νε γιὰ τὰ δί­δα­κτρα καὶ τὰ βι­βλί­α πτω­χῶν φοι­τη­τῶν, συμ­βο­ύ­λευ­ε καὶ συμ­φι­λί­ω­νε οἰ­κο­γέ­νει­ες, πα­ρη­γο­ροῦ­σε πο­νε­μέ­νους. Συ­νε­χῶς εὐ­ερ­γε­τοῦ­σε, «πά­ντας ἠ­γά­πα, ὑ­πὲρ πά­ντων ηὔχετο», ση­μει­ώ­νει ὁ βι­ο­γρά­φος του.

῏Η­ταν ἀ­κό­μη ὁ ἅ­γιος καὶ ὑ­πο­μο­νη­τι­κὸς καὶ ἀ­νε­ξί­κα­κος. Δὲν κρα­τοῦ­σε ἴ­χνος κα­κί­ας γιὰ κα­νέ­να. Καὶ γιὰ ὅ­σους ἐ­κμε­ταλ­λε­ύ­ον­το τὴν κα­λω­σύ­νη του ἔ­λε­γε· «Νο­μί­ζε­τε πὼς δὲν ξέ­ρω νὰ μι­λή­σω ὅ­ταν μὲ κα­κο­με­τα­χει­ρί­ζων­ται; Ξέρω, παι­διά μου, ἀλ­λὰ σκέ­πτο­μαι τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα καὶ ἔ­τσι σι­ω­πῶ!».

῏Η­ταν ἀ­κό­μα καὶ ἐ­ξο­μο­λό­γος, ἀ­λη­θι­νὸς Πνευ­μα­τι­κός. Μὲ τὴν «με­γά­λην του ἁ­πλό­τη­τα καὶ τὴν ἄ­κρα τα­πε­ί­νω­ση ἀ­πέ­σπα­σε τὴν ἐ­κτί­μη­ση, τὴν συμ­πά­θεια καὶ τὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη πολ­λῶν...». Πολ­λοὶ «δύ­στρο­ποι χα­ρα­κτῆ­ρες» ἄλ­λα­ζαν φρο­νή­μα­τα, το­νί­ζει ὁ βι­ο­γρά­φος του. ᾿Ε­πι­δροῦ­σε μὲ τὸ πρᾶ­ον καὶ τὸ ἀ­νε­ξί­κα­κον τοῦ ἤ­θους του. «Οὐ­δεὶς εὑ­ρέ­θη πο­τὲ δυ­σα­να­σχε­τῶν κατ᾿ αὐ­τοῦ ἢ ἀν­τι­λέ­γων εἰς τὰς πα­τρι­κὰς αὐ­τοῦ ὑ­πο­θή­κας καὶ συ­στά­σεις».

 Πα­ρὰ ταῦ­τα πα­ρέ­με­νε ὁ τα­πει­νός.

Ἀ­νε­πη­ρέ­α­στος ἀ­πὸ τὴν ὑ­ψη­λο­φρο­σύ­νη. «Χω­ρὶς νὰ συγ­κι­νεῖ­ται ἀ­πὸ κοι­νω­νι­κὲς γνω­ρι­μί­ες» ἢ ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πα­ί­νους. ᾿Ε­φέ­ρε­το πρὸς ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πους «ὡς τὸ ἄ­κα­κον παιδίον». ῞Υ­στε­ρα ἀ­πὸ ὅ­λα αὐ­τὰ ἦ­ταν φυ­σι­κὸ ὁ Θε­ὸς νὰ ἀ­να­πα­ύ­ε­ται εἰς τὴν καρ­δί­αν τοῦ ὁ­σί­ου ἱ­ε­ρέ­ως Νι­κο­λά­ου. «Κάποια ξέ­νη δύ­να­μις τὸν ἐ­βά­στα­ζε... ῏Η­ταν ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνε­ύ­μα­τος». Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ οἱ προ­σευ­χές του ἦ­ταν ἰ­σχυ­ρὲς καὶ θαυ­μα­τουρ­γοῦ­σαν. Πολ­λὰ εἶ­ναι τὰ θα­ύ­μα­τα ποὺ ἐ­πι­τε­λοῦ­σε ἡ Χάρις τοῦ Θε­οῦ διὰ πρε­σβει­ῶν τοῦ ἁ­γί­ου ὅ­σο ζοῦ­σε ἀλ­λὰ καὶ με­τὰ θά­να­τον. Ἀ­σθε­νεῖς ἐ­θε­ρα­πε­ύ­θη­σαν, ἄ­νερ­γοι εὑ­ρῆ­καν ἐρ­γα­σί­α, οἰ­κο­γέ­νει­ες ἑ­νώ­θη­καν πά­λι καὶ εἰ­ρή­νευ­σαν «καί... πολ­λὰ ἄλ­λα ἐ­πο­ί­ει».

«Ἔ­ζη­σε ὡς δί­και­ος», γρά­φει ὁ βι­ο­γρά­φος του, «καὶ ἐ­κοι­μή­θη ὡς ἅ­γιος τὸν ὕ­πνον τοῦ ἀν­θρώ­που τοῦ Θε­οῦ 2 Μαρ­τί­ου 1932, ἡ­μέ­ρα τῆς χει­ρο­το­νί­ας του» ψελ­λί­ζον­τας· «῾Η θε­ί­α Χάρις νὰ σᾶς εὐ­λο­γεῖ... τὸν δρό­μον τε­τέ­λε­κα... Δόξα σοι, ὁ Θε­ός». Χι­λι­ά­δες λα­οῦ ἔ­σπευ­σαν στὴ νε­κρώ­σι­μη Ἀ­κο­λου­θί­α, ποὺ «θύ­μι­ζε πέν­θος Μ. Πα­ρα­σκευ­ῆς». ῞Ο­λοι ὡμολογοῦσαν μὲ συγ­κί­νη­σι· Σήμερα «κη­δε­ύ­ο­μεν ἕ­να ἅ­γιον ἱ­ε­ρέ­α»! Τὰ χα­ρι­τό­βρυ­τα ἱ­ε­ρά του Λε­ί­ψα­να φυ­λάσ­σον­ται σή­με­ρα εἰς τὸν ἱ­ε­ρὸ Να­ὸ τῆς ἐ­νο­ρί­ας τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου ὁδοῦ Βου­λι­αγ­μέ­νης. Καὶ ὁ θε­ο­φι­λὴς λα­ὸς τῶν Ἀ­θη­νῶν τὸν δο­ξά­ζει καὶ τὸν ἐ­πι­κα­λεῖ­ται καὶ τὸν τι­μᾶ μὲ λαμ­πρό­τη­τα! «Νι­κό­λα­ε ἀ­ο­ί­δι­με Πλα­νᾶ ὁ ἐν πᾶ­σιν ἡ­μῖν ὑ­πο­γραμ­μός... ἱ­ε­ρουρ­γῶν ὁ­σί­ως τῷ Κυ­ρί­ῳ σου πρέ­σβευ­ε ὑ­πὲρ ἡ­μῶν ἐ­κτε­νῶς δω­ρη­θῆ­ναι καὶ ἡ­μῖν τὸ θεῖ­ον ἔ­λε­ος»!...

Ἀ­πό τό πε­ρι­ο­δι­κό «Ο ΣΩΤΗΡ»

Ὁ Ἅγιος Chad (Σκωτσέζος)

Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς Ὀρθοδοξίας μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κομμοδάτου, ἐπισκόπου Τελμησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

Εγγραφή ή ανανέωση Συνδρομών