Δευτέρα, 20 Μάρτιος 2017 01:00

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (19/3)

Σήμερα 19/3/2017 εορτάζουν:

  • Κυριακή Γ΄ Νηστειών (Σταυροπροσκυνήσεως)
  • Άγιοι Χρύσανθος και Δαρεία
  • Άγιοι Κλαύδιος ο Τριβούνος, Ιλαρία η σύζυγος του και τα παιδιά τους Ιάσων και Μαύρος
  • Άγιος Παγχάριος
  • Άγιοι Διόδωρος ο πρεσβύτερος και Μαριανός ο διάκονος
  • Άγιος Δημήτριος ο Τορναράς
  • Οσία Μαρία η πριγκίπισσα
  • Όσιος Ιννοκέντιος ο Θαυματουργός
  • Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου της Τρυφερής, εν Σμόλενσκ Ρωσίας

Οἱ Ἅγιοι Χρύσανθος καὶ Δαρεία

19.-Agioi-Xrysanthos-kai-Dareia

Παι­δί μου, ἐ­σύ Χρι­στια­νός; Ὁ υἱ­ός του συγ­κλη­τι­κοῦ ὀ­πα­δός τῆς πί­στε­ως αὐ­τῆς, πού ἀρ­νεῖ­ται τήν προ­σκύ­νη­ση καί τήν λα­τρεί­α στούς θε­ούς μας, πού εἶ­ναι τόσο ἀ­ξι­ο­σέ­βα­στοι; Αὐ­τή τήν ἐ­ρώ­τη­ση ἔ­κανε ὁ συγ­κλη­τι­κός Πο­λέ­μων στόν γι­ό του Χρύ­σαν­θο, ὅ­ταν ἀ­να­κά­λυ­ψε, ὅτι ἦ­ταν Χρι­στια­νός.

Ναί, πα­τέ­ρα, πι­στεύ­ω στόν Κύ­ριόν μου, τόν Ἰησοῦ Χρι­στό, τόν Σω­τή­ρα μου, πού ­σταυ­ρώ­θηκε καί ἔ­χυ­σε τό αἷ­μα τοῦ γιά μένα, ἦ­ταν ἡ στα­θε­ρή ἀ­πάν­τη­ση τοῦ πι­στοῦ παι­διοῦ, πού στήν ὡ­ραία καί εὐ­γε­νή καρ­διά του ἄ­να­ψε ἡ φλό­γα τῆς πί­στε­ως πρός τόν Θε­άν­θρω­πο Λυ­τρω­τή μας. Κα­τά­πλη­ξη καί ὀρ­γή, πό­νος καί ἐκ­δί­κη­ση μα­ζί ἀ­να­πτύ­χθη­καν στήν καρ­διά τοῦ ὑ­πε­ρή­φα­νου πα­τέ­ρα. Τό παι­δί του, τό παι­δί τοῦ συγ­κλη­τι­κοῦ Χρι­στια­νός; Αὐ­τό εἶ­ναι ἀ­πα­ρά­δε­κτο. Πρέ­πει γρή­γο­ρα, χω­ρίς ἀ­να­βο­λή νά γυ­ρί­σει στή λα­τρεί­α τῶν θε­ῶν. Στή λα­τρεί­α, ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α τόν ἀ­πε­μά­κρυ­ναν ποιός ξέρει μέ ποι­ές ὑ­πο­σχέ­σεις ἄν­θρω­ποι σκο­τει­νοί καί ξέ­νοι μέ τίς ὡ­ραῖ­ες πα­ρα­δό­σεις τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς μας.

Πῶς ὅ­μως θά κα­τορ­θω­θεῖ αὐ­τό; Ὁ εἰ­δω­λο­λά­τρης πα­τέ­ρας συλ­λαμ­βά­νει τό σχέ­διό του καί τό βάζει γρή­γο­ρα σέ ἐ­φαρ­μο­γή. Θά ζη­τή­σει ἀ­πό τό παι­δί του νά δη­μι­ουρ­γή­σει οἰ­κο­γέ­νεια. Γνω­ρί­ζει, ὅ­τι οἱ Χρι­στια­νοί δέν ἀ­πο­φεύ­γουν τήν οἰ­κο­γέ­νεια. Ὅ­μως θά τοῦ συ­στή­σει ὡς σύ­ζυ­γο μιά νέ­α, ἀν­τά­ξια της οἰ­κο­γέ­νειάς του, μέ προ­σόν­τα πολ­λά καί μόρ­φω­ση σπου­δαί­α, Ἀ­θη­ναί­α στήν κα­τα­γω­γή, πού δι­α­κρί­νε­ται γιά τήν ἀ­νω­τε­ρό­τη­τα τῶν τρό­πων της καί τόν κα­λό της χα­ρα­κτή­ρα, εἰ­δω­λο­λά­τρι­δα ὅ­μως. Ἐ­κεί­νη, σκέ­πτε­ται ὁ Πο­λέ­μων, θά τόν ἐ­πη­ρε­ά­σει ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κά καί θά τόν πεί­σει νά ἀ­φή­σει τίς πα­ρα­δο­ξο­λο­γί­ες τῆς νέ­ας θρη­σκεί­ας καί νά λα­τρεύ­σει πά­λι τούς πα­τρογονικούς θε­ούς. Ὁ Χρύ­σαν­θος δέν ἔ­χει ἀν­τίρ­ρη­ση στήν πρό­τα­ση. Πι­στεύ­ει ὅ­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς, τόν ὁ­ποῖ­ο τό­σο ἀ­γαπᾶ καί μέ ὅ­λη τή δύ­να­μη τῆς καρ­δί­ας του κη­ρύτ­τει, θά τόν βο­η­θή­σει νά ὁ­δη­γή­σει καί ἐ­κεί­νη στό φῶς καί τήν ἀ­λή­θεια τή χρι­στι­α­νι­κή.

Καί πράγ­μα­τι. Δέν ­πέ­ρα­σε πο­λύς και­ρός καί ἡ εὐ­γε­νής καρ­δί­α τῆς Δα­ρείας φω­τί­ζε­ται ἀ­πό τό ἄ­πλε­το φῶς τῆς θεί­ας ἀ­λη­θεί­ας· πι­στεύ­ει στόν Χρι­στό βα­πτί­ζε­ται, καί μα­ζί μέ τόν σύ­ζυ­γό της κη­ρύτ­τει τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στόν Υἱό τοῦ Θε­οῦ καί Σω­τή­ρα τοῦ κό­σμου. Εὐ­λο­γη­μέ­νο ἀν­δρό­γυ­νο. Χαί­ρον­ται οἱ Χρι­στια­νοί τήν ὡ­ραί­α χρι­στι­α­νι­κή οἰ­κο­γέ­νεια τῆς ἀ­ρι­στο­κρα­τί­ας τῆς Ἀ­λε­ξάν­δρειας. Πολ­λά πε­ρι­μέ­νουν ἀ­π’ αὐ­τήν. Ἀλλά ὁ συγ­κλη­τι­κός πα­τέ­ρας ὀργίζεται παράφορα. Δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­νε­χθεῖ τήν προ­σβο­λή. Γι’ αὐ­τό καί ξε­χνᾶ τήν πα­τρι­κή του ἰ­δι­ό­τη­τα· κλεί­νει τά σπλάγ­χνα τῆς πα­τρι­κῆς ἀ­γά­πης καί ὁρ­κί­ζε­ται ἐκ­δί­κη­ση. Μή λη­σμο­νοῦ­με ὅ­τι ἡ εἰ­δω­λο­λα­τρί­α β­ρί­σκε­ται ἀ­κό­μη στό με­σου­ρά­νη­μά της.

Στό θρό­νο τῆς Ρώ­μης β­ρί­σκε­ται ὁ αὐ­το­κρά­τωρ Νου­με­ρια­νός (283 - 284). Οἱ δι­ωγ­μοί ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν. Ὁ πα­τέ­ρας κα­ταγ­γέλ­λει τό γιό του στόν ὕ­παρχο Κε­λερίνο. Καί ἐ­κεῖ­νος τόν πα­ρα­δί­δει στόν τρι­βοῦ­νο (στρα­τι­ω­τι­κό δι­οι­κη­τή) Κλαύ­­­διο. Σκλη­ρός καί ἀ­δυ­σώ­πη­τος ὁ Κλαύ­διος, ἀ­φοῦ μέ τίς ὑ­πο­σχέ­σεις καί τίς προ­τρο­πές ἀ­πέ­τυ­χε τό σκοπό του, προ­­χω­ρεῖ στά μαρ­τύ­ρια. Τί δέν ­σο­φί­σθηκε γιά νά κάμ­ψει τό ἠ­θι­κό, γιά νά τρο­μο­κρά­τη­σει τούς μάρ­τυ­ρες; Ἐ­κεῖ­νοι ὅ­μως μέ­νουν πι­στοί καί στα­θε­ροί. Τό σῶ­μα τους πλη­γώ­νε­ται, τό αἷ­μα τρέ­χει ἄ­φθο­νο ἀ­πό τίς πλη­γές τους, οἱ πό­νοι τό πε­ρο­νιά­ζουν, ἡ ψυ­χή ὅ­μως μέ­νει στα­θε­ρή. Καί τά χεί­λη ψι­θυ­ρί­ζουν προ­σευ­χές στόν Δυ­να­τό. Εἶ­ναι τό­ση ἡ στα­θε­ρό­τητα καί ἡ ἀν­το­χή τους, ὥ­στε ὁ σκλη­ρός Κλαύ­διος γέ­μι­σε ἐκ­πλή­ξη καί θαυ­μα­σμό. Ἀ­δύ­να­το, σκέ­πτε­ται, ὁ Θε­ός πού πι­στεύ­ουν οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοί νά μή εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νός Θε­ός. Καί σέ μί­α στιγ­μή φω­νά­ζει πετώντας μα­κριά τά βα­σα­νι­στι­κά ὄρ­γα­να. Εἶ­μαι Χρι­στια­νός· εἶ­μαι καί ἐ­γώ Χρι­στια­νός. Καί μα­ζί του ἡ γυ­ναί­κα του ἡ Ἰ­λα­ρία καί τά παι­διά του, ὁ Ἰ­ά­σων καί ὁ Μαῦ­ρος, ἀλ­λά καί οἱ στρα­τι­ῶ­ται πού ἐ­ξε­τέ­λουν τίς δι­α­τα­γές του, ὅ­λοι μέ μί­α φω­νή ὁ­μο­λο­γοῦν ὅ­τι εἶ­ναι Χρι­στια­νοί.

Ὁ τό­πος τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου με­τα­βάλ­λε­ται σέ τό­πο δο­ξο­λο­γί­ας πρός τόν Δυ­να­τό. Νί­κη τοῦ Χρι­στοῦ. Νί­κη θαυ­μα­στή. Οἱ Μάρ­τυ­ρες μέ κα­τα­πλη­γω­μέ­να σώ­μα­τα ἀ­γάλ­λον­ται. Οἱ Ἄγ­γε­λοι πα­νη­γυ­ρί­ζουν. Ὁ οὐ­ρα­νός στέλνει τίς εὐ­λο­γίες του στή θαυ­μασ­τή ὁ­μή­γυ­ρη. Γνω­ρί­ζουν ὅ­λοι τί τούς πε­ρι­μέ­νει. Ὅ­μως εἶ­ναι γε­μά­τοι ἀ­πό μί­α οὐ­ρα­νί­α ἀ­γαλ­λί­α­ση. Τά πράγ­μα­τα ἐ­ξε­λίσ­σον­ται γορ­γά. Ὁ Κλαύ­διος ρί­πτε­ται στή θά­λασ­σα μέ μί­α με­γά­λη πέ­τρα στόν λαι­μό καί πνί­γε­ται. Τά παι­διά του ἀ­πο­κε­φα­λί­ζον­ται. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες θα­να­τώ­νον­ται. Καί οἱ αἴ­τιοι τῆς τό­σης ν­τρο­πῆς γιά τούς εἰ­δω­λο­λά­τρες; Αὐ­τοί πρέ­πει νά ­πε­θά­νουν μέ σκλη­ρό­τε­ρο θά­να­το. Ἕ­νας λάκ­κος ἀ­νοί­γε­ται. Καί στόν τά­φο αὐ­τό ρί­χνον­ται ζων­τα­νοί καί θά­βον­ται, γιά νά βροῦν ἀργό καί ὀ­δυ­νη­ρό θά­να­το. Τούς ἔ­κλαψαν οἱ Χρι­στια­νοί, τούς ὑ­πο­δέ­χθηκε ὁ Θε­ός καί τούς ­στε­φά­νω­σε μέ τό στεφάνι τῆς νί­κης καί τοῦ θριά­μβου. Ἅς πρε­σβεύ­ουν στόν Ἀρ­χη­γό τῶν Μαρ­τύ­ρων νά ἀ­να­δει­κνύ­ει οἰ­κο­γέ­νειες πι­στές, οἰ­κο­γέ­νειες πού θά ἀν­τα­να­κλοῦν τό φῶς τῆς ­δι­κῆς Του πί­στε­ως, γιά νά φω­τί­ζουν τό σκό­τος τῆς συγ­χρό­νου γε­νε­ᾶς καί νά ὁ­δη­γοῦν πολ­λές ψυ­χές στή σω­τη­ρί­α.

Ἀπό τό βιβλίο «Ἀπό τή Ζωή τῶν Ἁγίων»

Ἀρχιμ. Γεωργίου Δημοπούλου

Οἱ Ἅγιοι Κλαύδιος ὁ Τριβοῦνος, Ἰλαρία ἡ σύζυγός του, τὰ παιδιά τους Ἰάσων καὶ
Μαῦρος καὶ οἱ μαζὶ μ᾿ αὐτοὺς θανατωθέντες Στρατιῶται

Ὁ Κλαύδιος ἦταν Τριβοῦνος στὸ ἀξίωμα στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Νουμεριανοῦ (283-84). Σ᾿ αὐτὸν παρέδωσε ὁ ἔπαρχος Κελαρῖνος τοὺς Ἁγίους Χρύσανθο καὶ Δαρεία, γιὰ νὰ τοὺς τιμωρήσει. Ἀλλ᾿ ὅταν εἶδε ὅτι τὸ Ἅγιο ζευγάρι ἔμενε ἀβλαβὲς ἀπὸ τὰ βασανιστήρια, πίστεψε στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίστηκε μαζὶ μὲ τὴν σύζυγό του Ἰλαρία καὶ τὰ παιδιά του Ἰάσονα καὶ Μαῦρο. Καθὼς ἐπίσης, τὸ ἴδιο ἔπραξαν καὶ οἱ στρατιῶτες τῆς φρουρᾶς του. Τότε, τὸν μὲν Κλαύδιο, ἀφοῦ τοῦ ἔδεσαν ἕνα ὀγκόλιθο στὸ σῶμα τὸν ἔριξαν στὴ θάλασσα καὶ ἔτσι βρῆκε ἔνδοξο μαρτυρικὸ τέλος. Τοὺς δὲ γιούς του, μαζὶ μὲ τοὺς στρατιῶτες, τοὺς ἀποκεφάλισαν. Ἡ μητέρα τους Ἰλαρία παρέλαβε τὰ λείψανά τους καὶ τὰ ἔθαψε. Σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐπισκέψεις της στὸν τάφο τους, τὴν συνέλαβαν οἱ στρατιῶτες τοῦ ἐπάρχου καὶ τὴν ἔσυραν γιὰ νὰ τὴν θανατώσουν. Ἡ Ἰλαρία τους παρακάλεσε νὰ τὴν ἀφήσουν πρῶτα νὰ προσευχηθεῖ, καὶ ἔτσι κατὰ τὴν διάρκεια τῆς προσευχῆς ἐξέπνευσε. Οἱ ὑπηρέτριές της παρέλαβαν τὸ σῶμα της καὶ τὸ ἔθαψαν στὸν τάφο τῶν γιῶν της. Σύμφωνα μὲ ἄλλη παράδοση πέθανε μὲ ἀποκεφαλισμό.

Ὁ Ἅγιος Παγχάριος

Η ἱ­στο­ρί­α τοῦ ἁ­γί­ου Μάρτυρος Παγ­χα­ρί­ου εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κά ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα καὶ κα­τε­ξο­χὴν συγ­κι­νη­τι­κή.

Γεν­νή­θη­κε κι αὐ­τὸς καὶ ἔ­ζη­σε σέ πε­ρί­ο­δο δι­ωγ­μῶν κα­τὰ τῶν Χρι­στια­νῶν, καί μά­λι­στα ἐ­πὶ τοῦ Ρω­μα­ί­ου αὐ­το­κρά­το­ρος Δι­ο­κλη­τια­νοῦ, σκλη­ροῦ δι­ώ­κτου τῆς Πί­στεως τοῦ Χρι­στοῦ. Εἶ­χεν ὅ­μως τὴν εὐ­λο­γί­α καὶ τὴν χά­ρη ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸν νὰ ἀ­να­τρα­φεῖ σέ οἰ­κο­γέ­νεια πι­στή, μὲ ἐ­πί­γνω­ση τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς πί­στε­ως καὶ ζω­ῆς. ᾿Ε­κεῖ στὴν πό­λη Βιλ­λα­σά­τη τῶν Οὐ­σά­νων πέ­ρα­σε τὰ πρῶ­τα του χρό­νια, ἕ­ως ὅ­του ἀν­δρώ­θη­κε καὶ ἀ­να­πτύ­χθη­κε μέ τρό­πο ἐν­τυ­πω­σια­κό.

῾Υ­ψη­λός, γε­ρός, δυ­να­τός, μὲ ὄ­ψη καὶ χα­ρί­σμα­τα σπά­νια ἦλ­θε στὴ Ρώμη. Οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ τὸν ἀν­τί­κρυ­σαν ­θα­ύ­μα­σαν τὸν ἄν­δρα καί, ὡς κά­τι τὸ θαυ­μα­στὸ καὶ σπά­νιο, τὸ ἀ­νήγ­γει­λαν στὸν αὐ­το­κρά­το­ρα. Κι ἐ­κεῖ­νος τὸν ­θε­ώ­ρη­σε χρή­σι­μο γιὰ πολ­λά, σπου­δαῖ­ο ἀ­πό­κτη­μα γιὰ τὰ ἀ­νά­κτο­ρα καὶ τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες του. Τὸν προ­σέ­λα­βε λοι­πὸν καὶ τοῦ ἔ­δω­σε θέ­ση δι­α­κε­κρι­μέ­νη. Βε­βα­ί­ως χω­ρὶς νὰ γνω­ρί­ζει ὅ­τι ὁ Παγ­χά­ριος ἦ­ταν Χρι­στια­νός.

῞Ο­μως αὐ­τὸς ὁ Χρι­στια­νός, αὐ­τὸς ὁ νέ­ος, ἄν καί ἦταν ἀ­να­τε­θραμ­μέ­νος «ἐν παι­δε­ί­ᾳ καὶ νου­θε­σί­ᾳ Κυ­ρί­ου» (᾿Ε­φεσ. στ´ 4), στὸ ἐ­θνι­κὸ ἐ­κεῖ­νο πε­ρι­βάλ­λον μὲ τὶς τι­μὲς καὶ δό­ξες, δε­λε­ά­σθηκε μὲ τὴν κο­σμι­κὴ εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὴ ἔ­κλυ­τη ζω­ὴ. ᾿Ε­πη­ρε­ά­σθηκε καὶ ὑ­πέ­στει­λε τὴν πί­στη του. «Συ­σχη­μα­τί­σθη­κε» (Ρωμ. ιβ´ 2). Ἄρ­χι­σε νὰ ἐμ­φα­νί­ζε­ται καὶ νὰ φέ­ρε­ται ὅ­πως καὶ οἱ ἄλ­λοι. Με­τεῖ­χε μα­ζὶ μὲ τοὺς ὑ­πο­λο­ί­πους στὴ λα­τρε­ί­α τῶν εἰ­δώ­λων καὶ ἔ­γι­νε ἀρ­νη­σί­χρι­στος. Οἱ θε­οὶ τῶν ἐ­θνῶν, ποὺ εἶ­ναι δα­ί­μο­νες (Ψαλ. ε´ [95] 5), ἔ­γι­ναν σταδιακά καὶ ­δι­κοί του θε­οί.

Τὴν θλι­βε­ρή αὐ­τὴ ἀ­πό­φα­ση καὶ δι­α­γω­γὴ δὲν ἄρ­γη­σαν νὰ πλη­ρο­φο­ρη­θοῦν οἱ οἰ­κεῖ­οι του. Τὴν ἐ­ξέ­λα­βαν, ὅ­πως καὶ ἦ­ταν, αὐ­το­κτο­νί­α πνευ­μα­τι­κή, γι’ αὐτό καὶ ἔ­σπευ­σαν νὰ τὸν σώ­σουν. Μη­τέ­ρα καὶ ἀ­δελ­φή του στέλ­λουν ἀ­φυ­πνι­στι­κὴν καὶ συγ­κι­νη­τι­κὴ ἐ­πι­στο­λή. Τοῦ ὑ­πο­δει­κνύ­ουν τὸ βα­ρύ­τα­το σφάλ­μα καὶ ὀ­λί­σθη­μά του καὶ τὸν ἀ­να­κα­λοῦν στὴν τά­ξη. Τὸν πα­ρα­κα­λοῦν καὶ τὸν ἱ­κε­τε­ύ­ουν νὰ συ­νε­τι­σθεῖ, νὰ με­τα­νο­ή­σει καί νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει, ὡς ἄ­σω­τος υἱ­ός, ποὺ ­πρό­δω­σε τὴν πα­τρι­κὴ ἀ­γά­πη τοῦ ζῶν­τος Θε­οῦ.

῍Ω ἡ πι­στὴ μη­τέ­ρα, ὢ ἡ εὐ­σε­βὴς ἀ­δελ­φή, πό­ση δύ­να­μη καὶ θε­ί­αν χά­ρη πε­ρι­κλε­ί­ουν στὴν καρ­δί­αν τους! Πράγ­μα­τι ἡ ἀ­φυ­πνι­στι­κὴ ἐ­πι­στο­λή, ἡ λου­σμέ­νη μὲ τὰ δά­κρυ­α καὶ τὸν πό­νο τῶν δύ­ο γυ­ναι­κῶν, ἡ θερ­μὴ προ­σευ­χὴ πρὸς τὸν Κύ­ριο ἔ­φε­ρε τὸ εὐ­λο­γη­μέ­νον ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Συ­γ­κλο­νί­σθηκε ὁ Παγ­χά­ριος, συ­ναι­σθάν­θη­κε τὸ σφάλ­μα του, με­τα­νό­η­σε καὶ ἔ­λα­βε τὴν ἀ­πό­φα­ση· «Ἀ­να­στὰς πο­ρε­ύ­σο­μαι πρὸς τὸν πα­τέ­ρα μου» (Λουκ. ι­ε´ 18). Δι­έ­κο­ψε τὶς σχέ­σεις του μὲ ὅ,τι εἰ­δω­λο­λα­τρι­κό, κα­τέ­φυ­γε στὸν Σω­τῆ­ρα Κύριο καὶ ­ζή­τη­σε ἔ­λε­ος καὶ συγ­χώ­ρη­ση.

῞Ο­μως, τὸ ἤ­ξε­ρε. Αὐ­τὸ δὲν ἀρ­κοῦ­σε. ῾Η ἄρ­νη­ση τοῦ Χρι­στοῦ, γιὰ νὰ συγ­χω­ρη­θεῖ, ἀ­παι­τοῦ­σε μαρ­τύ­ριο. Μόνο μὲ αἷ­μα μαρ­τυ­ρί­ου ­ξε­πλυνόταν «ἡ βλα­σφη­μί­α αὐ­τὴ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος» (Ματθ. ιβ´ 31). Καὶ ­πῆ­ρε ὁ με­τα­νο­η­μέ­νος νέ­ος τὴν δυ­να­τὴ ἀ­πό­φα­ση. Ζή­τη­σε καὶ ἐμ­φα­νί­στη­κε ἐ­νώ­πιον τοῦ Δι­ο­κλη­τια­νοῦ, καί, ὅ­πως ση­μει­ώ­νει ὁ ἱ­ε­ρὸς βι­ο­γρά­φος του, «­μέμ­φθηκε τόν ἑ­αυ­τὸν του γιά τήν ἀδυναμία πού ἔδειξε νὰ φα­νεῖ εἰ­δω­λο­λά­τρης καὶ δή­λω­σε ὅ­τι στό ἑξῆς θὰ εἶ­ναι προ­σκυ­νη­τὴς καὶ λά­τρης τοῦ μό­νου αἰ­ω­νί­ου Θε­οῦ καὶ Σω­τῆ­ρος Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ».

Ἔκ­πλη­κτος ἄ­κου­σε τοὺς λό­γους του ὁ Αὐ­το­κρά­τωρ. ῾Υ­πο­ψι­ά­σθηκε ἀ­μέ­σως ὅ­τι ὁ Παγ­χά­ριος ὑ­πέ­στη δι­α­νο­η­τι­κὴ σύγ­χυ­ση ἢ ὅ­τι πα­ρε­φρό­νη­σε. Γι’ αὐτό καὶ προ­σ­πά­θη­σε μὲ τοὺς γνω­στοὺς τρό­πους τῶν πε­ρι­ποι­ή­σε­ων καὶ ὑ­πο­σχέ­σε­ων νὰ τὸν συ­νε­φέ­ρει. Κι ὅ­ταν ἀν­τε­λή­φθη ὅ­τι τὰ λό­για του ἦ­σαν ἀν­θρώ­που μὲ λο­γι­κὴ καὶ στα­θε­ρή ἀ­πό­φα­ση καὶ ὅ­ταν ­δο­κί­μα­σε χω­ρὶς ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει καὶ ἀ­πει­λές, τό­τε, ὀρ­γι­σμέ­νος, δι­έ­τα­ξε τὸν ἀ­πο­κε­φα­λι­σμό του.

Μὲ τὸ κτύ­πη­μα τοῦ δη­μί­ου ἡ κε­φα­λὴ τοῦ Μάρτυρος ἔ­πε­σε στὴ γῆ, ἐνῶ ἡ ψυ­χή του με­τα­φέρ­θηκε μέ τιμή στὴν οἰ­κί­α τοῦ Πα­τρός, ὅ­που Ἄγ­γε­λοι καὶ πι­στοὶ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν θεῖ­ο θρό­νο εὐ­φρα­ί­νον­ται μὲ συμ­φω­νίες καὶ χο­ροὺς. Ἄλ­λος ἕ­νας ἥ­ρωας τῆς Πίστεως κα­τα­γρά­φηκε στά βιβλία τῶν ἁ­γί­ων Μαρ­τύ­ρων. Ἄς ἔ­χου­με τὶς πρε­σβεῖ­ες του.

Ἀπό τό βιβλίο «Ἄνθοι τοῦ Παραδείσου»

Ἀρχιμ. Θεοδώρου Μπεράτη

Οἱ Ἅγιοι Διόδωρος ὁ Πρεσβύτερος καὶ Μαριανός ὁ Διάκονος

Μαρτύρησαν ἀφοῦ τοὺς ἔκλεισαν ἑρμητικὰ μέσα σὲ μία σπηλιά.

Ὁ Ἅγιος Δημήτριος ὁ Τορναρᾶς

Ὁ νεομάρτυρας αὐτὸς συναναστρεφόταν πολὺ μὲ Τούρκους καὶ ἤλεγχε τὴν πίστη τους. Κάποια μέρα ὅμως, οἱ Τοῦρκοι, μὲ φθονερὰ κίνητρα, τὸν πίεσαν νὰ γίνει Τοῦρκος. Ἐπειδὴ ὁ Δημήτριος δὲν θέλησε, τὸν ἔφεραν στὸν κριτὴ καὶ ψευδομαρτύρησαν ὅτι δῆθεν ἔβρισε τὴν πίστη τους. Ὁ δὲ κριτὴς διέταξε νὰ τὸν δείρουν ἀνελέητα, μέχρι νὰ γίνει Τοῦρκος. Οἱ Τοῦρκοι τότε τὸν βασάνισαν μὲ μεγάλη σκληρότητα, ἀλλὰ βλέποντας τὴν ἀμετάθετη γνώμη τοῦ Δημητρίου, καὶ μὲ ἀπόφαση τοῦ κριτῆ τὸν ἀποκεφάλισαν τὸ 1564 καὶ ἔτσι ἔλαβε τὸ ἀμάραντο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καραμάνος ἢ Κασσέτης

Ὁ νεομάρτυρας Νικόλαος Καραμάνος ἦταν ἔγγαμος καὶ ζοῦσε στὴ Σμύρνη, καὶ ὅταν κάποτε βρέθηκε σὲ κατάσταση θυμοῦ εἶπε ὅτι θὰ γίνει Τοῦρκος. Μόλις ἄκουσαν αὐτὸ οἱ ἐκεῖ παρευρισκόμενοι Τοῦρκοι τὸν ἅρπαξαν καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν κριτή. Ἀνακρινόμενος ὁ Νικόλαος, ἀρνήθηκε νὰ γίνει Τοῦρκος, παρὰ τὰ βασανιστήρια ποὺ ἀκολούθησαν καὶ παρὰ τὶς πιέσεις τῆς μητέρας του καὶ τῆς συζύγου του. Τότε ὁ κριτὴς διέταξε καὶ τοῦ ἔκαναν περιτομὴ μὲ τὴν βία, ἀλλὰ ὁ Νικόλαος συνεχῶς διακήρυττε ὅτι εἶναι χριστιανός. Ἀκολούθησαν γιὰ 36 συνεχεῖς ὁλόκληρες ἡμέρες φρικτὰ βασανιστήρια, ποὺ κατέπληξαν καὶ αὐτοὺς ἀκόμα τοὺς ξένους στὴ Σμύρνη. Μεταξὺ αὐτῶν καὶ τὸν Ἰησουΐτη Νabois, ποὺ ἔγραψε καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου. Τελικά, ἀφοῦ ὁΝικόλαος ἔμεινε σταθερὸς στὴν πίστη του, ἀπαγχονίστηκε στὶς 19 Μαρτίου 1657, στὴ Σμύρνη, Μ. Πέμπτη καὶ ὥρα 9 τὸ πρωί, σὲ ἡλικία 34 χρονῶν. Τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου, ἀφοῦ τὸ ἔδεσαν μὲ ἕνα ὀγκόλιθο, τὸ ἔριξαν στὴ θάλασσα. Ἀλλὰ κάποιος Λατῖνος, ποὺ βρισκόταν στὴ Σμύρνη, τὸ ἔβγαλε καὶ τὸ πῆγε στὴν Εὐρώπη. Στοὺς Συναξαριστὲς ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου ἀναφέρεται τὴν 6η Δεκεμβρίου.

Ὁ Ἅγιος Ἀνεκτός

Λανθασμένα ἀναφέρουν τὴν μνήμη του αὐτὴ τὴν μέρα, ὁρισμένοι Συναξαριστές. Ἡ κυρίως μνήμη τοῦ συγκεκριμένου Ἁγίου Ἀνεκτοῦ εἶναι στὶς 10 Μαρτίου, μαζὶ μ᾿ αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Κοδράτου καὶ τῶν λοιπῶν μαζὶ μ᾿ αὐτὸν μαρτυρησάντων Ἁγίων.

Εγγραφή ή ανανέωση Συνδρομών