ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (9/7)

Εὐαγγέλιον: Κυρ. ε΄ Ματθαίου (Ματθ. η΄ 28-θ΄ 1)

28 Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ πέραν εἰς τὴν χώραν τῶν Γερ­γεσηνῶν ὑπήντησαν αὐ­τῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύ­ειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης. 29 καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγον­τες· τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; 30 ἦν δὲ μακρὰν ἀπ᾿ αὐτῶν ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη. 31 οἱ δὲ δαίμονες παρεκά­λουν αὐτὸν λέγοντες· εἰ ἐκ­βάλλεις ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡ­­­­μῖν ἀπελθεῖν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων. 32 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὑπάγετε. οἱ δὲ ἐξελθόντες ἀπῆλ­θον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοί­ρων· καὶ ἰδοὺ ὥρμησε πᾶ­σα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θά­λασσαν καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν. 33 οἱ δὲ βόσκοντες ἔφυγον, καὶ ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλαν πάντα καὶ τὰ τῶν δαιμονιζομένων. 34 καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τῷ Ἰησοῦ, καὶ ἰδόντες αὐτὸν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν. Καὶ ἐμβὰς εἰς πλοῖον διεπέρασε καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

28 Κι ὅταν ὁ Κύριος ἦλθε στήν ἀπέναντι ὄχθη, στή χώρα τῶν Γεργεσηνῶν, τόν συνάντησαν δύο δαιμονισμένοι πού ἔβγαιναν ἀπό τά μνήματα πού ὑπῆρχαν ἐκεῖ, στά ὁποῖα εὐχαριστιοῦνταν νά κατοικοῦν. Ἦταν καί οἱ δύο ἐπιθετικοί καί πολύ ἐπικίνδυνοι· τόσο, ὥ­­στε νά μήν μπορεῖ κανείς νά περάσει ἀπ’ τό δρόμο ἐκεῖ­νο. 29 Καί ξαφνικά ἀπ’ τό φόβο τους κραύγασαν δυνατά καί εἶπαν: Ποιά σχέση ὑπάρχει ἀνάμεσα σέ μᾶς καί σέ σένα, Ἰησοῦ, υἱέ τοῦ Θεοῦ; Ἦλθες ἐδῶ πρόωρα, πρίν ἀπό τόν καιρό τῆς παγκόσμιας κρίσεως, γιά νά μᾶς βασανίσεις; 30 Στό μεταξύ ὑπῆρχε μακριά ἀπ’ αὐτούς ἕνα κοπάδι μέ πολλούς χοίρους, πού ἔβοσκαν ἐκεῖ. 31 Οἱ δαίμονες τότε ἄρχισαν νά τόν παρακαλοῦν: Ἐάν πρόκειται νά μᾶς βγάλεις ἔξω ἀπό ἐδῶ, δῶσ’ μας τήν ἄδεια νά φύγουμε καί νά μποῦμε μέσα στό κοπάδι τῶν χοίρων. 32 Κι ἐπειδή αὐτοί πού ἔτρεφαν τούς χοίρους τό ἔκα­ναν αὐτό παραβαίνοντας τόν Μωσαϊκό νόμο, πού ἀπα­­γό­­ρευε ὡς ἀκάθαρτο τό χοιρινό κρέας, ὁ Κύριος τιμω­ρώ­ντας τήν παρανομία τους αὐτή εἶπε στούς δαίμονες: Πηγαίνετε. Κι αὐτοί βγῆκαν ἀπ’ τούς ἀνθρώπους καί πῆγαν στούς χοίρους. Καί ξαφνικά ὅλο τό κοπάδι τῶν χοί­­ρων ὅρμησε μέ μανία ἀπό τό ἐπάνω μέρος τοῦ γκρε­μοῦ πρός τά κάτω, στή θάλασσα, καί πνίγηκαν στά νε­ρά τῆς λίμνης. 33 Τότε ἐκεῖνοι πού ἔβοσκαν τούς χοίρους ἔφυγαν, κι ἀφοῦ πῆγαν στήν πόλη, ἀνήγγειλαν ὅλα ὅσα ἔγιναν, καί ἰδιαιτέρως τό τί συνέβη μέ τούς δαιμονισμένους. 34 Καί τότε ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως βγῆκαν γιά νά συναντήσουν τόν Ἰησοῦ· κι ὅταν τόν εἶδαν, τόν παρακάλεσαν νά φύγει ἀπό τά σύνορά τους, ἀπό φόβο μήπως πάθουν καί μεγαλύτερα κακά. Καί ἀφοῦ μπῆκε σ’ ἕνα πλοῖο, πέρασε στήν ἀπέναντι ὄχθη τῆς λίμνης, καί ἦλθε στή δική του πόλη, τήν Καπερναούμ.

Εγγραφή ή ανανέωση Συνδρομών