ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (17/5)

Εὐαγγέλιον: ἡμέρας, Τετ. ε΄ ἑβδ. Ἰωάννου (Ἰω. ς΄ 5-14)

ἐπάρας οὖν ὁ Ἰησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ θεασάμενος ὅτι πολὺς ὄχλος ἔρχεται πρὸς αὐτόν, λέγει πρὸς τὸν Φίλιππον· πόθεν ἀγοράσωμεν ἄρτους ἵνα φάγωσιν οὗτοι; 6 τοῦτο δὲ ἔλεγε πειράζων αὐτόν· αὐτὸς γὰρ ᾔδει τί ἔμελλε ποιεῖν. 7 ἀπεκρίθη αὐτῷ Φίλιππος· διακοσίων δηναρίων ἄρτοι οὐκ ἀρκοῦσιν αὐτοῖς ἵ­να ἕκαστος αὐτῶν βραχύ τι λάβῃ. 8 λέγει αὐτῷ εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου· 9 ἔστι παιδάριον ἓν ὧδε, ὃς ἔχει πέντε ἄρτους κριθίνους καὶ δύο ὀψάρια· ἀλλὰ ταῦτα τί ἐστιν εἰς τοσούτους; 10 εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς· ποιήσατε τοὺς ἀνθρώπους ἀναπε­σεῖν· ἦν δὲ χόρτος πολὺς ἐν τῷ τόπῳ. ἀνέπεσον οὖν οἱ ἄνδρες τὸν ἀριθμὸν ὡσεὶ πεντακισχίλιοι. 11 ἔλαβε δὲ τοὺς ἄρτους ὁ Ἰησοῦς καὶ εὐχαριστήσας διέδωκε τοῖς μαθηταῖς, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ἀνακειμένοις· ὁμοίως καὶ ἐκ τῶν ὀψαρίων ὅσον ἤθελον. 12 ὡς δὲ ἐνεπλήσθησαν, λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· συναγάγετε τὰ περισσεύσαντα κλάσματα, ἵνα μή τι ἀπόληται. 13 συνήγαγον οὖν καὶ ἐγέ­μισαν δώδεκα κοφίνους κλα­σμάτων ἐκ τῶν πέντε ἄρ­των τῶν κριθίνων ἃ ἐπε­ρίσσευσε τοῖς βεβρωκόσιν. 14 Οἱ οὖν ἄνθρωποι, ἰδόν­τες ὃ ἐποίησε σημεῖον ὁ Ἰησοῦς, ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

5 Ἐνῶ λοιπόν ὁ Ἰησοῦς ἦταν ἀπασχολημένος καί δί­δα­σκε τούς μαθητές του, κάποια στιγμή σήκωσε τά μάτια του καί πα­­­ρα­­τή­­ρησε ὅτι ἔρχεται κοντά του πολύς λαός. Λέει λοι­­πόν στόν Φίλιππο, πού καταγόταν ἀπό τήν περιφέρεια ἐκεί­­­νη: Ἀπό ποῦ μποροῦμε νά ἀγοράσουμε ψω­­μιά γιά νά φᾶνε οἱ ἄνθρωποι αὐτοί καί μέ τί χρήμα­τα; 6 Καί τό ἔλεγε αὐτό ὁ Κύριος γιά νά δοκιμάσει τήν πίστη τοῦ Φιλίππου καί ὄχι ἐπειδή βρισκόταν πραγματικά σέ ἀπορία γιά τό τί νά κάνει. Διότι ὁ Κύριος εἶχε ἤδη ἀπο­­­φασίσει καί γνώριζε τί θά ἔκανε. 7 Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Φίλιππος: Ἀκόμη καί διακόσια δηνάρια νά δώσουμε γιά ψωμιά, δέν θά φθάσουν, ὄχι γιά νά χορτάσουν, ἀλλά οὔτε γιά νά πάρει ὁ καθένας τους ἕνα μικρό κομμάτι. 8 Τότε ὁ Ἀνδρέας, ἕνας ἀπό τούς μαθητές του καί ἀδελ­φός τοῦ Σίμωνα Πέτρου, τοῦ λέει: 9 Ὑπάρχει ἐδῶ κάποιος νέος πού ἔχει πέντε ψωμιά κριθα­ρένια καί δύο ψάρια. Ἀλλά τί εἶναι αὐτά τά λίγα γιά τό­σους πολλούς ἀνθρώπους; 10 Εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς: Βάλτε τούς ἀνθρώπους νά καθίσουν κάτω. Ὑπῆρχε μάλιστα τήν ἐποχή ἐκείνη πολύ χορ­τάρι φυτρωμένο στήν περιοχή αὐτή. Κάθισαν λοιπόν κάτω πρῶτα οἱ ἄνδρες, πού ὁ ἀριθμός τους ἔφτανε περίπου τίς πέντε χιλιάδες. 11 Πῆρε τότε ὁ Ἰησοῦς στά χέρια του τούς ἄρτους, καί ἀφοῦ εὐχαρίστησε τόν Θεό, πού μᾶς προσφέρει ὅλα τά ἀγα­­­­θά του, μοίρασε τούς ἄρτους στούς μαθητές, καί οἱ μαθητές στούς ἀνθρώπους πού κάθονταν. Παρόμοια καί ἀπό τά ψάρια μοίρασαν ὅσο ἤθελε ὁ καθένας γιά νά χορτά­σει. 12 Κι ἀφοῦ χόρτασαν ὅλοι, λέει ὁ Ἰησοῦς στούς μαθητές του: Μαζέψτε τά κομμάτια πού περίσσεψαν, γιά νά μή πάει τίποτε χαμένο. 13 Μάζεψαν λοιπόν καί γέμισαν δώδεκα κοφίνια μέ κομμάτια ἀπό τά πέντε κριθαρένια ψωμιά, πού εἶχαν περισσέψει ἀπ’ αὐτούς πού εἶχαν φάει. 14 Ὅταν λοιπόν οἱ ἄνθρωποι εἶδαν τό θαῦμα αὐτό πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, ἔλεγαν ὅτι αὐτός εἶναι πραγματι­κά ὁ προ­φήτης πού περιμέναμε νά ἔλθει στόν κόσμο, σύμ­­φω­­να μέ τήν προφητεία στό Δευτερονόμιο τοῦ Μω­υ­­­σῆ.

Εγγραφή ή ανανέωση Συνδρομών