ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (18/5)

Ἀπόστολος: ἡμέρας, Πέμ. ε΄ ἑβδ. Πράξεων (Πραξ. ιδ΄ 20-ιε΄ 14)

20 κυκλωσάντων δὲ αὐτὸν τῶν μαθητῶν ἀναστὰς εἰ­σ­ῆλ­­­θεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ τῇ ἐπαύριον ἐξῆλθε σὺν τῷ Βαρ­νά­βᾳ εἰς Δέρβην. 21 εὐαγγελισάμενοί τε τὴν πόλιν ἐκείνην καὶ μαθητεύσαντες ἱκανοὺς ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Λύστραν καὶ Ἰκόνιον καὶ Ἀντιόχειαν, 22 ἐπιστηρίζοντες τὰς ψυ­χὰς τῶν μαθητῶν, παρα­καλοῦντες ἐμμένειν τῇ πίστει, καὶ ὅτι διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. 23 χειροτονήσαντες δὲ αὐτοῖς πρεσβυτέρους κατ᾿ ἐκκλησίαν καὶ προσευξάμενοι μετὰ νηστειῶν παρέθεντο αὐτοὺς τῷ Κυρίῳ, εἰς ὃν πεπιστεύκασι. 24 καὶ διελθόντες τὴν Πισιδίαν ἦλθον εἰς Παμφυλίαν, 25 καὶ λαλήσαντες ἐν Πέργῃ τὸν λόγον κατέβησαν εἰς Ἀττάλειαν, 26 κἀκεῖθεν ἀπέπλευσαν εἰς Ἀντιόχειαν, ὅθεν ἦσαν παραδεδομένοι τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ ἔργον ὃ ἐπλή­ρωσαν. 27 Παραγενόμενοι δὲ καὶ συναγαγόντες τὴν ἐκκλησίαν ἀνήγγειλαν ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεὸς μετ᾿ αὐτῶν, καὶ ὅτι ἤ­νοι­ξε τοῖς ἔθνεσι θύραν πίστεως. 28 διέτριβον δὲ ἐκεῖ χρόνον οὐκ ὀλίγον σὺν τοῖς μαθη­ταῖς. 

ιε΄ 1 Καί τινες κατελθόντες ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας ἐδί­δασκον τοὺς ἀδελφοὺς ὅτι ἐὰν μὴ πε­ρι­τέμνησθε τῷ ἔθει Μωϋ­σέως, οὐ δύνασθε σωθῆ­ναι. 2 γενομένης οὖν στάσε­ως καὶ ζητήσεως οὐκ ὀλί­γης τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Βαρ­νάβᾳ πρὸς αὐτούς, ἔταξαν ἀναβαίνειν Παῦλον καὶ Βαρ­νάβαν καί τινας ἄλ­λους ἐξ αὐτῶν πρὸς τοὺς ἀπο­στόλους καὶ πρεσβυτέρους εἰς Ἱερουσα­λὴμ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. 3 Οἱ μὲν οὖν προπεμφθέντες ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας διήρχοντο τὴν Φοινίκην καὶ Σαμάρειαν ἐκδιηγούμενοι τὴν ἐπιστροφὴν τῶν ἐθνῶν, καὶ ἐποίουν χαρὰν μεγάλην πᾶ­σι τοῖς ἀδελφοῖς. 4 παραγενόμενοι δὲ εἰς Ἱε­ρουσαλὴμ ἀπεδέχθησαν ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας καὶ τῶν ἀπο­­­στόλων καὶ τῶν πρεσβυτέρων, ἀνήγγειλάν τε ὅσα ὁ Θεὸς ἐποίησε μετ᾿ αὐτῶν, καὶ ὅτι ἤνοιξε τοῖς ἔθνεσι θύραν πίστεως. 5 Ἐξανέστησαν δέ τινες τῶν ἀπὸ τῆς αἱρέσεως τῶν Φαρισαίων πεπιστευκότες, λέγοντες ὅτι δεῖ περιτέμνειν αὐτοὺς παραγγέλλειν τε τη­ρεῖν τὸν νόμον Μωϋσέως. 6 Συνήχθησαν δὲ οἱ ἀπό­στολοι καὶ οἱ πρεσβύτεροι ἰδεῖν περὶ τοῦ λόγου τούτου. 7 Πολλῆς δὲ συζητήσεως γενομένης ἀναστὰς Πέτρος εἶπε πρὸς αὐτούς· ἄνδρες ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐπίστασθε ὅτι ἀφ᾿ ἡμερῶν ἀρχαίων ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν ἐξελέξατο διὰ τοῦ στόματός μου ἀκοῦσαι τὰ ἔθνη τὸν λόγον τοῦ εὐαγ­γελίου καὶ πιστεῦσαι. 8 καὶ ὁ καρδιογνώστης Θεὸς ἐμαρτύρησεν αὐτοῖς δοὺς αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅ­γι­ον καθὼς καὶ ἡμῖν, 9 καὶ οὐδὲν διέκρινε μεταξὺ ἡμῶν τε καὶ αὐτῶν τῇ πίστει καθαρίσας τὰς καρδίας αὐτῶν. 10 νῦν οὖν τί πειράζετε τὸν Θεόν, ἐπιθεῖναι ζυγὸν ἐπὶ τὸν τράχηλον τῶν μαθητῶν, ὃν οὔτε οἱ πατέρες ἡμῶν οὔτε ἡμεῖς ἰσχύσαμεν βαστάσαι; 11 ἀλλὰ διὰ τῆς χάριτος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ πιστεύομεν σωθῆναι καθ᾿ ὃν τρόπον κἀκεῖνοι. 12 Ἐσίγησε δὲ πᾶν τὸ πλῆθος καὶ ἤκουον Βαρνάβα καὶ Παύλου ἐξηγου­μένων ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεὸς σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τοῖς ἔθνεσι δι᾿ αὐτῶν. 13 Μετὰ δὲ τὸ σιγῆσαι αὐτοὺς ἀπεκρίθη Ἰάκωβος λέγων· ἄνδρες ἀδελφοί, ἀ­κού­σατέ μου. 14 Συμεὼν ἐξηγήσατο κα­­θὼς πρῶτον ὁ Θεὸς ἐπε­σκέψατο λαβεῖν ἐξ ἐθνῶν λαὸν ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

20 Ὅταν ὅμως τόν περικύκλωσαν οἱ μαθητές γιά νά τόν κηδεύσουν, ὁ Παῦλος μέ θεϊκή ἐπέμβαση συνῆλθε, σηκώθηκε ὑγιής καί μπῆκε στήν πόλη. Καί τήν ἄλλη μέρα ἔφυγε μαζί μέ τόν Βαρνάβα καί πῆγαν στή Δέρβη. 21 Καί ἀφοῦ κήρυξαν τό εὐαγγέλιο στήν πόλη ἐκείνη κι ἔκαναν πολλούς μαθητές, ἐπέστρεψαν στίς πόλεις Λύστρα, Ἰκόνιο καί Ἀντιόχεια, 22 στηρίζοντας ἀκόμη περισσότερο τίς ψυχές τῶν μαθητῶν, προτρέποντάς τους νά μένουν ἀμετακίνητοι στήν πίστη. Τούς ἔλεγαν ἀκόμη ὅτι πρέπει νά ὑπο­στοῦ­με πολλές θλίψεις γιά νά εἰσέλθουμε στή βα­σιλεία τοῦ Θεοῦ. Διότι ἔτσι τό ὅρισε ὁ Θεός, ἀλλά καί ἡ ἠθική κατάσταση τόσο τοῦ κόσμου ὅσο καί ἡ δική μας τό καθιστᾶ ἀναπόφευκτο. 23 Ἔπειτα μέ χειροτονίες καί εὐχές ἐγκατέστησαν πρε­σβυτέρους σέ καθεμία Ἐκκλησία ξεχωριστά. Κι ἀφοῦ προ­­σευχήθηκαν μέ θερμό­τε­­­ρη ἀφοσίωση, καθώς οἱ προσευχές τους συνοδεύονταν μέ νη­στεῖες, τούς ἐμπιστεύθηκαν στήν προστασία τοῦ Κυ­ρί­ου­, στόν ὁποῖο εἶχαν πιστέψει. 24 Ὕστερα περιόδευσαν τή χώρα τῆς Πισιδίας κηρύττοντας καί ἦλθαν στήν Παμφυλία. 25 Κι ἀφοῦ δίδαξαν τό λόγο τοῦ Θεοῦ στήν Πέργη, κατέβηκαν ἀπό τά ἠπειρωτικά μέρη στήν παραλιακή Ἀτ­τά­λεια. 26 Κι ἀπό ἐκεῖ ἀναχώρησαν μέ πλοῖο στήν Ἀντιόχεια· στήν πόλη δηλαδή ἀπό τήν ὁποία εἶχαν ξεκινήσει, ὅταν οἱ ἀδελφοί τούς εἶχαν παραδώσει στή χάρη τοῦ Θεοῦ γιά τό ἔργο τό ὁποῖο ὁλοκλήρωσαν. Ἔτσι τελείωσε ἡ πρώτη ἀποστολική πορεία. 27 Ὅταν ὁ Παῦλος καί ὁ Βαρνάβας ἔφθασαν ἐκεῖ, συνάθροισαν τήν Ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας καί τούς διηγή­θηκαν ὅσα εἶχε κάνει ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος τούς ἔδωσε τή χά­ρη του καί συ­νεργάστηκε μαζί τους. Τούς εἶπαν ἀκό­μη ὅτι ὁ Θεός ἄνοιξε στούς ἐθνι­κούς τή θύρα μέσα ἀπ’ τήν ὁποί­α αὐτοί θά κα­λοῦ­­­νταν στήν πίστη καί θά σώ­­­ζο­­­ν­­ταν. 28 Οἱ δύο ἀπόστολοι παρέμειναν ἀρκετό χρόνο ἐκεῖ στήν Ἀντιόχεια μαζί μέ τούς μαθητές. 

ιε΄ 1 Στό μεταξύ μερικοί πού εἶχαν ἔλθει ἀπό τήν Ἰουδαία στήν Ἀντιόχεια δίδασκαν τούς ἀδελφούς ὅτι, ἐάν δέν περιτέμνεσθε σύμφωνα μέ τό ἔθιμο πού ἐπικ­ρα­τεῖ ἀπό πολ­ύ παλιά, τό ὁποῖο ἀναγνωρίσθηκε καί νομοθετή­θηκε καί ἀπό τόν Μωυσῆ, μόνο μέ τό βάπτισμα δέν εἶναι δυνατόν νά σωθεῖτε. 2 Ἐπειδή λοιπόν δημιουργήθηκε ἀναστάτωση καί μεγάλη συζήτηση ἀνάμεσα σ’ αὐτούς καί στόν Παῦλο καί τόν Βαρνάβα, γιά νά τά ἀναιρέσουν αὐτά, ἀποφάσισαν νά ἀνεβοῦν ὁ Παῦλος καί ὁ Βαρνάβας καί μερικοί ἄλλοι ἀπ’ αὐτούς στά Ἱεροσόλυμα πρός τούς ἀποστόλους καί τούς πρεσβυτέρους, γιά νά λυθεῖ ἐκεῖ αὐθεντικά καί ὁριστικά τό ζήτημα αὐτό. 3 Ἀφοῦ λοιπόν τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιόχειας τούς κατευόδωσαν, αὐτοί διέρχονταν τίς χῶρες τῆς Φοι­νίκης καί τῆς Σαμάρειας καί διηγοῦνταν στούς ἐκεῖ Χρι­στιανούς τήν ἐπιστροφή τῶν ἐθνικῶν στό Χριστό. Κι ἔτσι ἔδιναν μεγάλη χαρά σ’ ὅλους τούς ἀδελ­φούς. 4 Ὅταν ἔφθασαν στήν Ἱερουσαλήμ, τούς ἔγινε ὑποδοχή ἀπό τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό τούς ἀποστόλους καί τούς πρεσβυτέρους. Κι αὐτοί διηγήθηκαν ὅσα ὁ Θεός ἔκανε μαζί τους μέ τή συνέργεια καί ἐνίσχυσή του στό κήρυγμα καί τό ἔργο τους. Καί βεβαίωσαν ὅτι μέ εὐνοϊκές περιστάσεις ἄνοιξε ὁ Θεός στούς ἐθνικούς θύρα πού τούς ὁδηγεῖ στήν ἀληθινή πίστη. 5 Σηκώθηκαν ὅμως μερικοί ἀπό τή θρησκευτική παράταξη τῶν Φαρισαίων πού εἶχαν πιστέψει, καί ἔλεγαν ὅτι πρέπει νά περιτέμνουν τούς ἐθνικούς πού πιστεύουν καί νά ἀπαιτοῦν ἀπ’ αὐτούς νά τηροῦν ὅλο τό νόμο τοῦ Μωυσῆ, καί αὐτές ἀκόμη τίς τυπικές διατάξεις του. 6 Συναθροίσθηκαν λοιπόν οἱ ἀπόστολοι καί οἱ πρε­σβύ­τεροι γιά νά ἐξετάσουν τήν ὑπόθεση αὐτή. 7 Κι ἀφοῦ ἔγινε πολλή συζήτηση, σηκώθηκε ὁ Πέτρος καί τούς εἶπε: Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐσεῖς γνωρίζετε ἀπό τό περιστατικό τοῦ Κορνηλίου ὅτι πρίν ἀπό πολύ καιρό, πρίν δώδεκα περίπου χρόνια, ὁ Θεός διάλεξε ἀνάμεσα ἀπ’ ὅλους ἐμᾶς τούς ἀποστόλους ἐμένα, προκειμένου ν’ ἀκούσουν μέ τό κήρυγμά μου οἱ ἐθνικοί τό λόγο τοῦ εὐαγγελίου καί νά πιστέψουν. 8 Καί ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τίς καρδιές τῶν ἀν­θρώ­πων, ἔκρινε ἀλάνθαστα κατά πόσο ἦταν εἰλι­κρι­νής ἡ μετάνοια καί ἡ πίστη τῶν ἐθνικῶν αὐτῶν. Καί ἔδω­σε τή μαρτυρία του γιά χάρη τους, μέ τήν ὁποία βεβαίωνε ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός προσφέρει καί σ’ αὐτούς τή σωτηρία. Κι ἔδωσε ὁ Θεός τή μαρτυρία του γι’ αὐτό, μεταδίδοντάς τους τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως τά ἔδω­σε καί σέ μᾶς πού καταγόμαστε ἀπό τόν Ἰσραήλ. 9 Καί δέν ἔκανε καμία διάκριση ἀνάμεσα σέ μᾶς πού εἴμαστε περιτμημένοι καί σ’ αὐτούς πού εἶναι ἀπε­­­­­­ρί­τμη­τοι· ἀλλά καθάρισε τίς καρδιές τους μόνο μέ τήν πίστη, χωρίς νά λάβουν περιτομή. 10 Τώρα λοιπόν, ὕστερα ἀπό μιά τέτοια μαρτυρία τοῦ Θεοῦ, γιατί προκαλεῖτε καί θέλετε νά βάλετε σέ δοκιμα­σία τόν Θεό, σάν νά μήν εἶχε ἐκφράσει σαφῶς τό θέλη­μά του; Καί γιατί ζητᾶτε νά ἀποσπάσετε ἀπ’ αὐτόν ἄλ­­λη νεό­τερη καί πιό ἐκπληκτική ἐκδήλωση τοῦ θελήμα­τός του; Ζητᾶτε νά ἀλλάξει γνώμη ὁ Θεός, γιά νά ἐπι­βάλετε στόν τράχηλο τῶν μαθητῶν τό ζυγό τῆς τηρήσεως τοῦ νό­μου καί ὅλων τῶν τελετῶν καί τῶν τυπικῶν δια­τά­ξε­­ών του; Μά τόν ζυγό αὐτόν οὔτε οἱ προπάτορές μας οὔτε ἐμεῖς μπο­ρέσαμε νά σηκώσουμε. 11 Ἀλλά πιστεύουμε ὅτι καί μεῖς οἱ Ἰουδαῖοι μέ τή χά­ρη τοῦ Θεοῦ θά σωθοῦμε, μέ τόν ἴδιο τρόπο πού θά σω­θοῦν κι ἐκεῖνοι, δηλαδή οἱ ἐθνικοί. 12 Τότε σιώπησε ὅλο τό πλῆθος κι ἄρχισαν νά ἀκοῦν μέ προ­­σοχή τόν Βαρνάβα καί τόν Παῦλο νά διη­γοῦ­νται ὅσα ἀποδεικτικά καί καταπληκτικά θαύματα ἔκανε ὁ Θεός στούς ἐθνικούς διαμέσου αὐτῶν. 13 Ὅταν σταμάτησαν νά μιλοῦν οἱ δύο αὐτοί ἀπό­στο­λοι, πῆρε τό λόγο ὁ Ἰάκωβος καί ἔδωσε κι αὐτός ἀπά­ν­τη­ση στούς ἰουδαΐζοντες λέγοντας: Ἄνδρες ἀδελ­φοί, ἀκοῦ­στε με. 14 Ὁ Συμεών, πού ὀνομάζεται καί Πέτρος, σᾶς διηγήθη­κε πῶς τήν πρώτη φορά ὁ Θεός ἔδειξε τήν εὔνοιά του στά εἰδωλολατρικά ἔθνη καί φρόντισε νά ἀποκτήσει ἀπό τά ἔθνη αὐ­τά ἕναν λαό, ὁ ὁποῖος θά ἔχει τό ὄνο­μά του καί θά ὀνομάζεται λαός τοῦ Θεοῦ. 

Εγγραφή ή ανανέωση Συνδρομών