|
Μέ πόνο καί ἀγάπη στό σύγχρονο ἄνθρωπο
(Τά κείμενα πού δημοσιεύουμε εἶναι παρμένα ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο, πού ἐξέδωκε τό Ἱερό Ἡσυχαστήριο "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ" ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, πρός τό ὁποῖο ἐκφράζουμε τίς θερμές μας εὐχαριστίες)
Ὁ διάβολος δὲν πλησιάζει στὸ καθαρὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ
- Γέροντα, πῶς γίνεται καὶ κυριεύομαι ἀπὸ τὰ πάθη;
- Ὁ ἄνθρωπος, ἂν δώση δικαιώματα στὸν πειρασμό, κυριεύεται ἀπὸ τὰ πάθη. Αὐτὸ ποὺ θέλει ὁ Θεός, ποὺ εἶναι καὶ συμφέρον σου, εἶναι νὰ πετάξης στὰ μοῦτρα τοῦ διαβόλου ὅλα τὰ πάθη. Δηλαδὴ νὰ στρέψης ἐναντίον του τὸν θυμό, τὸ πεῖσμα κ.λπ. Ἢ καλύτερα, πούλησε τὰ πάθη στὸ ταγκαλάκι καί, μὲ ὅσα χρήματα πάρης, ἀγόρασε πέτρες, νὰ ἔχης καὶ νὰ τὸ πετροβολᾶς, γιὰ νὰ μὴ σὲ πλησιάζη! Συνήθως ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι μὲ τὶς ἀφορμὲς ποὺ δίνουμε, εἴτε μὲ ἀπροσεξίες εἴτε μὲ ὑπερήφανους λογισμούς, ἐπιτρέπουμε στὸν ἐχθρὸ νὰ μᾶς κάνη κακό. Ἀκόμη καὶ ἕναν λογισμὸ ἢ ἕναν λόγο μπορεῖ νὰ τὰ ἐκμεταλλευθῆ τὸ ταγκαλάκι. Θυμᾶμαι, ἦταν μιὰ οἰκογένεια πολὺ ἀγαπημένη. Κάποτε ἄρχισε ὁ ἄνδρας καὶ ἔλεγε στὴν γυναίκα: «Θὰ σὲ χωρίσω». Καὶ ἡ γυναίκα ἔλεγε στὸν ἄνδρα: «Θὰ σὲ χωρίσω». Ἔτσι τὸ ἔλεγαν, στ' ἀστεῖα. Ἀλλὰ τὸ ἐκμεταλλεύθηκε ὁ πειρασμὸς καὶ δημιούργησε μιὰ μικρὴ δυσκολία καὶ ἦταν ἕτοιμοι νὰ χωρίσουν οὔτε τὰ παιδιὰ τους σκέφτονταν οὔτε τίποτε. Εὐτυχῶς βρέθηκε ἕνας Πνευματικὸς καὶ τοὺς μίλησε. «Γι' αὐτὴν τὴν χαζομάρα θὰ χωρίσετε;» τοὺς εἶπε. Καὶ ἔτσι συνῆλθαν.
- Ἂν ἕνας ἄνθρωπος λοξοδρομήση ἀπὸ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, τὸν πολεμοῦν μετὰ τὰ πάθη. Καὶ ἂν ἀφήση κανείς τὰ πάθη νὰ τὸν πολεμοῦν, δὲν χρειάζεται διάβολος νὰ τὸν πολεμήση. Καὶ τὰ δαιμόνια ἔχουν «εἰδικότητα». Χτυποῦν τὸν ἄνθρωπο τάκ-τάκ, νὰ τοῦ βροῦν τὴν πάθηση, τὴν ἀδυναμία, γιὰ νὰ τὸν πολεμήσουν. Θέλει προσοχή, νὰ κλείνουμε τὶς πόρτες καὶ τὰ παράθυρα - τὶς αἰσθήσεις -, νὰ μὴν ἀνοίγουμε χαραμάδες στὸν πειρασμὸ καὶ μπαίνη ἀπὸ ἐκεῖ ὁ ἐχθρός. Ἐκεὶ εἶναι τὰ ἀδύνατα σημεῖα. Ἐάν ἀφήσης ἔστω καὶ μία σχισμὴ ἀνοιχτή, μπορεῖ νὰ μπῆ καὶ νὰ σοῦ κάνη ζημιά. Ὁ διάβολος μπαίνει στὸν ἄνθρωπο, ὅταν ὑπάρχη λάσπη στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου• δὲν πλησιάζει στὸ καθαρὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ. Ἅμα ξελασπωθῆ ἡ καρδιά, φεύγει ὁ ἐχθρὸς καὶ ἔρχεται πάλι ὁ Χριστός. Ὅπως τὸ γουρούνι, ὅταν δὲν βρῆ λάσπη, γουγουλίζει καὶ φεύγει, ἔτσι καὶ ὁ διάβολος δὲν πλησιάζει στὴν καρδιὰ ποὺ δὲν ἔχει βοῦρκο. Τί δουλειὰ ἔχει σὲ καρδιὰ καθαρὴ καὶ ταπεινή; Ἐὰν λοιπὸν δοῦμε ὅτι τὸ σπίτι μας - ἡ καρδιά μας - εἶναι παλιόσπιτο καὶ κατοικεῖ ὁ ἐχθρός, πρέπει ἀμέσως νὰ τὸ γκρεμίσουμε, γιὰ νὰ φύγη καὶ ὁ κακὸς ἐνοικιαστής μας, δηλαδὴ τὸ ταγκαλάκι. Γιατί, ὅταν ἡ ἁμαρτία χρονίση στὸν ἄνθρωπο, ὁ διάβολος, φυσικά, ἀποκτάει περισσότερα δικαιώματα.
- Γέροντα, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἔχη δώσει δικαιώματα στὸν πειρασμό, ἐπειδὴ ἔζησε μὲ ἀμέλεια, καὶ θέλη νὰ βάλη μιὰ σειρά, νὰ ἀρχίση νὰ ζῆ προσεκτικά, τὸν πολεμάει τὸ ταγκαλάκι;
- Ὅταν παίρνη τὴν στροφή, παίρνει μιὰ δύναμη ἀπὸ τὸν Θεό, ἕναν φωτισμὸ καὶ θεία παρηγοριά, γιὰ νὰ ἀρχί¬ση. Ἀλλὰ, μόλις ἀρχίση τὸν ἀγώνα, ὁ ἐχθρός τοῦ κάνει σφοδρὸ πόλεμο. Τότε χρειάζεται λίγη καρτερία. Ἀλλιῶς, πῶς θὰ ξερριζωθοῦν τὰ πάθη; Πῶς θὰ γίνη ἡ ἀπέκδυση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου; Πῶς θὰ φύγη ἡ ὑπερηφάνεια; Ἔτσι καταλαβαίνει ὅτι μόνος του δὲν μπορεῖ νὰ κάνη τίποτε καὶ ζητάει ταπεινὰ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ἔρχεται ἡ ταπείνωση. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ ὅταν κάποιος πάη νὰ κόψη μιὰ κακὴ συνήθεια, π.χ. τσιγάρα, ναρκωτικά. Στὴν ἀρχὴ νιώθει μιὰ χαρὰ καὶ τὰ πετάει. Μετὰ βλέπει τοὺς ἄλλους νὰ καπνίζουν κ.λπ. καὶ ἔχει πόλεμο σφοδρό. Ἂν τὸ ξεπεράση, γυρίζει τὶς πλάτες χωρὶς νὰ δυσκολεύεται. Πρέπει νὰ ἀγωνισθοῦμε λίγο. Τὸ ταγκαλάκι κάνει τὴν δουλειά του. Ἐμεῖς νὰ μὴν κάνουμε τὴν δουλειά μας;
|